Άβακας - μεγάλη πλάκα τοποθετημένη πάνω από το κιονόκρανο για τη στήριξη του επιστυλίου ή αψίδας τοποθετημένης πάνω από αυτό.
Άδυτο - το πιο ιερό εσωτερικό τμήμα ενός ναού, συνήθως στο άκρο του σηκού που βρίσκεται μακρύτερα από την είσοδο, συχνά με περιορισμένη πρόσβαση, επιτρεπόμενη μόνο στους μυημένους ή τους ιερείς.
Αέτωμα - ο τριγωνικός χώρος πάνω από τον θριγκό στις στενές πλευρές ναού. Συχνά περίτεχνα διακοσμημένος με ανάγλυφη γλυπτική σύνθεση.
Ακρωτήριο - διακοσμητικό στοιχείο το οποίο προστίθεται στη στέγη ναού, στην κορυφή και στις γωνίες, συνήθως κατασκευασμένο από πηλό ή μπρούντζο και συχνά με τη μορφή φύλλου φοίνικα ή αγάλματος, όπως, παραδείγματος χάριν, της Νίκης.
Αμφιπρόστυλος ναός - όπου και οι δύο όψεις φέρουν κίονες, π.χ.: ο Ναός της Αθηνάς Νίκης [Απτέρου Νίκης], Αθήνα.
Αντηρίδα - μέλος τοποθετημένο για τη στήριξη τοίχου, ειδικά όταν ο τοίχος φέρει αψίδα ή μεγάλο βάρος. Ιπτάμενα αντερείσματα υποστηρίζουν βάρος πάνω από έναν χώρο και επιτρέπουν στους τοίχους να εξασθενούν με συμπερίληψη κογχών και παραθύρων.
Ατλαντίδα - γλυπτή ανδρική μορφή που λειτουργεί ως κίονας για τη στήριξη του θριγκού, η οποία πήρε το όνομά της από τον Άτλαντα.
Αττικός όροφος - το αρχιτεκτονικό μέλος που τοποθετείται πάνω από τον θριγκό κτιρίου, π.χ.: όπως συχνά παρατηρείται σε θριαμβικές αψίδες.
Βάθρο - η συμπαγής βάση πάνω στην οποία στέκεται κίονας ή άγαλμα, αποτελούμενη από την πλίνθο, τον τόρο, τον κύβο και την ταινία.
Γείσο - το προεξέχον τμήμα του διάκοσμου στο άνω μέρος του θριγκού, το οποίο χρησίμευε επίσης στην αποστράγγιση του νερού της βροχής.
Δεκάστυλος ναός - με δέκα κίονες σε κάθε όψη, π.χ.: ο ναός του Διδυμαίου Απόλλωνα στη Μίλητο.
Διάζωμα - ο διάδρομος που χωρίζει οριζόντια τα εδώλια/καθίσματα θεάτρου.
Δίπτερος Ναός - όπου υπάρχει διπλή σειρά κιόνων σε όλες τις πλευρές, π.χ.: ο ναός του Παρθενώνα.
Δρόμος (πομπική οδός) - η μνημειακή, ακάλυπτη και περιτοιχισμένη είσοδος σε ταφικό μνημείο, π.χ. στις Μυκήνες.
Δωδεκάστυλος ναός - με δώδεκα στήλες σε κάθε όψη.
Έλικες - οι σπείρες ιωνικού κιονόκρανου.
Εν παραστάσι - όπου οι τοίχοι του προστώου προεκτείνονται στην ίδια ευθεία με τους κίονες της πρόσοψης.
Έντασις - η κύρτωση ενός κίονα στη βάση και το κέντρο του, ώστε να δημιουργεί την οφθαλμαπάτη ότι είναι εντελώς ίσιος.
Εντοιχισμένοι κίονες - κίονες ενσωματωμένοι σε τοίχο.
Εξάστυλος ναός - με έξι κίονες σε κάθε όψη, π.χ. ο Τετράγωνος Οίκος στην πόλη Νιμ.
Επιστύλιο - το κατώτατο μέρος του θριγκού, το τμήμα κάτω από τη ζωφόρο.
Εσωρράχιο - η εσωτερική επιφάνεια αψίδας.
Ζωφόρος - το πλατύτερο και κεντρικό μέρος του θριγκού, συχνά περίτεχνα διακοσμημένο με ανάγλυφη παράσταση.
Θόλος - ναός κυκλικού σχήματος, με το πιο διάσημο παράδειγμα να βρίσκεται στους Δελφούς.
Θριαμβική αψίδα - μνημειακό αψιδωτό πέρασμα σε ανάμνηση ρωμαϊκών στρατιωτικών θριάμβων και άλλων σημαντικών γεγονότων.
Θριγκός - το μέλος που τοποθετείται οριζόντια πάνω από τους κίονες και αποτελείται από το επιστύλιο, τη ζωφόρο και το γείσο.
Καρυάτιδα - γλυπτή γυναικεία μορφή που λειτουργεί ως κίονας για τη στήριξη θριγκού, π.χ. στο Ερέχθειο.
Κιονόκρανο - η κορωνίδα που ενώνει το πάνω μέρος ενός κίονα με τον άβακα και συμβάλλει στην κατανομή του βάρους. Διαφορετικοί τύποι κιονόκρανων περιλαμβάνουν το απλό κυρτό Δωρικό και το περίτεχνα διακοσμημένο Κορινθιακό με σχηματοποιημένα φύλλα ακάνθου.
Κόγχη - γνωστή και ως αψίδα, εσοχή σε τοίχο, συχνά με περίτεχνο διάκοσμο ή συμπερίληψη αγάλματος.
Κοίλο - ο χώρος των κερκίδων/εδωλίων ενός θεάτρου, συνήθως χτισμένος σε φυσική πλαγιά/φυσικό πρανές.
Κρηπίδωμα - επίσης κρηπίς, τα τρία σκαλοπάτια πάνω στα οποία στέκονται οι στήλες ναού. Το τελικό ανώτατο σκαλοπάτι είναι γνωστό ως «στυλοβάτης».
Μετόπη - τετράγωνος χώρος της ζωφόρου μεταξύ δύο τρίγλυφων, συχνά με ανάγλυφη παράσταση ή διακοσμητικά στοιχεία, όπως ασπίδες.
Μονολιθικός κίονας - κίονας λαξευμένος από ενιαίο κομμάτι λίθου.
Ναΐσκος - πλαίσιο το οποίο σχηματίζεται από δύο κίονες και θριγκό με αέτωμα.
Οδόντες - ομοιόμορφη σειρά τετραγώνων ή ορθογωνίων που χρησιμοποιούνται για τη διακόσμηση γείσων.
Οκτάστυλος ναός - με οκτώ κίονες σε κάθε όψη, π.χ.: ο ναός του Βάκχου στην τοποθεσία Μπάαλμπεκ.
Οπισθόδομος - η μικρή αίθουσα στο πίσω μέρος ναού, η οποία συνήθως χρησίμευε ως θησαυροφυλάκιο.
Παραστάδα - διακοσμητική κολώνα λαξευμένη ανάγλυφα σε επιφάνεια τοίχου.
Πάροδοι - οι μεγάλες τοξωτές πύλες, δεξιά και αριστερά της σκηνής, από τις οποίες το κοινό εισερχόταν στο θέατρο.
Περίπτερος ναός - όπου και οι τέσσερις εξωτερικές πλευρές φέρουν κίονες.
Περιστύλιο - οι σειρές κιόνων που περιβάλλουν ναό ή προαύλιο χώρο.
Πρόναος - ο χώρος μεταξύ των εξωτερικών κιόνων και της εισόδου του σηκού σε έναν ναό.
Πρόπυλο - η μνημειακή πύλη προς ένα θρησκευτικό ιερό ή προς καθορισμένο χώρο. Συχνά περιλαμβάνει αρκετές ξεχωριστές εισόδους (προπύλαια).
Πρόστυλος - ναός με κίονες μόνο στην μποστινή όψη.
Προστώο - στεγασμένος χώρος για περίπατο, συνήθως υπόστυλος, π.χ.: στην πρόσοψη ναού.
Ράβδωση - η κοίλη, κάθετη, αυλάκωση η οποία είναι εγχάρακτη σε κίονα.
Σηκός - το εσωτερικό τμήμα ναού, συνήθως ορθογώνιο και χωρίς παράθυρα, ορισμένες φορές υπόστυλο. Συχνά υποδιαιρούμενο σε μικρότερους χώρους, ο μεγαλύτερος από τους οποίους στέγαζε κατά περίπτωση ένα, μεγάλων διαστάσεων, λατρευτικό άγαλμα κάποιας συγκεκριμένης θεότητας.
Σίμη - η υδρορροή για τη συλλογή του νερού της βροχής από τη στέγη ναού, συχνά με διακοσμημένα στόμια απορροής σε ισαπέχοντα διαστήματα.
Σκηνή - το σκηνικό υπόβαθρο θεατρικής εξέδρας· μεταγενέστερα δείγματα ήταν μνημειώδη ως προς τον σχεδιασμό τους.
Στερεοβάτης - η επιφάνεια πάνω στην οποία στηρίζεται ο στυλοβάτης.
Στήλη (Κολόνα/Κίονας) - χρησιμοποιείται για τη στήριξη του άβακα και του επιστυλίου χωρίς την ανάγκη τοίχου. Υπάρχουν διάφοροι τύποι, συμπεριλαμβανομένου, του απλού και παλαιότερου, του Δωρικού. Μπορεί επίσης να στέκονται αυτόνομα και συχνά τιμούν σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως η Στήλη του Τραϊανού.
Στοά - επιμήκης και περιορισμένου πλάτους υπόστυλη αρχιτεκτονική κατασκευή, που συχνά χρησίμευε για την οριοθέτηση ενός συγκεκριμένου χώρου σε θρησκευτικές τοποθεσίες και δημόσιους χώρους, όπως αγορές και γυμνάσια. Χρησίμευε ως τόπος συνάντησης και ως καταφύγιο από τις καιρικές συνθήκες.
Στυλοβάτης - η βάση στην οποία στέκεται μια σειρά κιόνων. Συχνά με ελαφρά κοιλότητα για τη διευκόλυνση της αποστράγγισης.
Σφόνδυλος - τα μεμονωμένα κυλινδρικά μέλη που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ορισμένων τύπων κιόνων.
Τετράστυλος ναός - με τέσσερις κίονες σε κάθε όψη.
Τρίγλυφο - διακοσμητικό στοιχείο της ζωφόρου με δύο κατακόρυφες αυλακώσεις. Συχνά ήταν τοποθετημένο εναλλάξ με τις μετόπες.
Ωοειδής και λογχοειδής διάκοσμος - τυπικό χαρακτηριστικό της διακόσμησης γείσων.
