Ο Χορός στην Αρχαία Ελλάδα

ορισμός

Nathalie Choubineh
από , μεταφρασμένο από Christina Garila
δημοσιεύτηκε στις 10 November 2020

Αρχικό κείμενο στην αγγλική γλώσσα: Ancient Greek Dance

Red-figured Hydria - Dance Training Session (by The Trustees of The British Museum, CC BY-NC-SA)
Ερυθρόμορφη υδρία - Μάθημα χορού
The Trustees of The British Museum (CC BY-NC-SA)

Στην αρχαία Ελλάδα, ο χορός είχε σημαντική παρουσία στην καθημερινή ζωή. Οι Έλληνες, όχι μόνο χόρευαν σε πολλές διαφορετικές περιστάσεις, αλλά θεωρούσαν και πολλές άλλες μη παραστατικές δραστηριότητες, όπως το παιχνίδι με τη μπάλα και τη ρυθμική φυσική άσκηση, ως χορό. Για την ακρίβεια, ο χορός για τους αρχαίους Έλληνες ήταν μια φυσική αντίδραση του σώματος, του νου και της ψυχής, στη μουσική. Χόρευαν αυθόρμητα σε γάμους και οινοποσίες (συμπόσια) ή εκτελούσαν προκαθορισμένες χορογραφίες, όπως ο Χορός στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Οι ελληνικοί χοροί εκτελούνταν ατομικά ή από ομάδες. Διηγούνταν μια ιστορία, αναδείκνυαν πολεμικές και αθλητικές δεξιότητες, διασκέδαζαν επισκέπτες ή έδιναν μορφή σε πομπές και άλλες σημαντικές θρησκευτικές τελετουργίες.

Ενώ ο χορός ορίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αρχαία ελληνική γραμματεία ως στοιχείο της μουσικής (βασικού όρου που περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες παραστατικών τεχνών: παραγωγή μουσικής, χορός, τραγούδι και απαγγελία), υπάρχει σειρά στοιχείων που υποδηλώνουν ότι ο χορός ασκούνταν ως αυτοτελής δεξιότητα. Η χορευτική εκπαίδευση (γυμνοπαιδιαί) ήταν θεμελιώδες μάθημα στο σχολείο και εικόνες αγοριών και κοριτσιών που χορεύουν υπό την επίβλεψη ανδρών και γυναικών δασκάλων, εμφανίζονται στη ζωγραφική διακόσμηση των αγγείων. Κλασικοί συγγραφείς όπως ο Πλάτων, ο Λουκιανός και ο Αθηναίος, συνιστούσαν τον χορό ως στοιχειώδη για την διαμόρφωση καλών πολιτών, ανδρών και γυναικών, λόγω των ωφέλιμων αποτελεσμάτων του στο σώμα και στον νου. Όπως σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς, ο χορός είχε θεμελιώδη ρόλο στην αρχαία ελληνική κοινωνία για χιλιάδες χρόνια.

Προέλευση

Οι ζωγραφικές και γλυπτές μορφές χορευτριών της Κρήτης, ταυτίζονται συχνά με θεές ή ιέρειες, γεγονός που υποδηλώνει μια θεμελιώδη σχέση μεταξύ του χορού και των θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Η προέλευση του ελληνικού χορού χρονολογείται πίσω στη 2η χιλιετία π.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κρήτη, κοιτίδα του μινωικού πολιτισμού, είναι η γενέτειρα του ελληνικού χορού. Η μινωική τέχνη και ο πολιτισμός είχαν μεγάλη επίδραση στον μυκηναϊκό και τον κυκλαδικό πολιτισμό και οι τρεις μαζί αποτέλεσαν τη βάση για αυτό που είναι γνωστό σήμερα ως κλασικός ελληνικός πολιτισμός. Επομένως, είναι εύλογο τα είδη του αρχαίου ελληνικού χορού να εξελίχθηκαν από έναν μινωικό πρόδρομο. Ο Σοφοκλής (π. 496 – 406 π.Χ.), στην τραγωδία του Αίας, κατονομάζει τον Πάνα ως τον χοροποιό των θεών (θεῶν χοροποί᾽ ἄναξ), που εφηύρε τους χορούς βασιζόμενος στα χορευτικά βήματα της Κνωσσού. Ο Αθηναίος αναδεικνύει, επίσης, την Κρήτη ως γενέτειρα πολλών ειδών χορού, ανάμεσά τους ο πολεμικός χορός πυρρίχιος και η σίκιννις, ο χορός των Σατύρων στο σατυρικό δράμα. Σφραγίδες και δαχτυλίδια με εγχάρακτες φιγούρες χορευτριών έχουν βρεθεί στα Ισόπατα, κοντά στην Κνωσσό και στην Αγία Τριάδα, κοντά στη Φαιστό και χρονολογούνται στο π. 1500 π.Χ. Στο ανατολικό άκρο της Κρήτης, το Παλαίκαστρο μας έδωσε πήλινα ειδώλια χορευτριών, οι οποίες εμφανίζονται και στις τοιχογραφίες του υστερομινωικού ανακτόρου της Κνωσσού.

Οι ζωγραφικές και γλυπτές μορφές χορευτριών της Κρήτης, ταυτίζονται συχνά με θεές ή ιέρειες, γεγονός που υποδηλώνει μια θεμελιώδη σχέση μεταξύ του χορού και των θρησκευτικών πεποιθήσεων, που είναι κοινή στις περισσότερες πρώιμες κοινότητες και στους αρχαίους πολιτισμούς, περιλαμβανομένου και του αρχαίου ελληνικού. Ο Λουκιανός, στον οποίο οφείλουμε το μόνο σωζόμενο πλήρες κείμενο για τον αρχαίο (ελληνορωμαϊκό) χορό, πίστευε ότι ο χορός είναι κοσμική δημιουργία, επειδή τα αστέρια και οι πλανήτες χορεύουν στο σύμπαν με την αρμονική τους περιφορά. Στην ελληνική μυθολογία, η Μούσα της αστρονομίας, Ουρανία, ήταν και προστάτιδα της θεωρητικής πλευράς της χορευτικής τέχνης, ενώ η κύρια προστάτιδα ήταν η αδελφή της, Τερψιχόρη, η «τέρψη του χορού». Η αρχέγονη σημασία του χορού στην αρχαία Ελλάδα υπογραμμίζεται από την αρχαιολογία. Η πρωιμότερη γνωστή επιγραφή σε ελληνικό αλφάβητο, η επιγραφή της «Οινοχόης του Διπύλου», αναφέρει ότι το αγγείο θα λάβει ως βραβείο «όποιος τώρα από όλους τους χορευτές χορέψει με περισσότερη χάρη» (ὃς νῦν ὀρχηστῶν πάντων ἀταλώτατα παίζει τῶ τόδε).

Είδη Χορού

Τα είδη του ελληνικού χορού μπορούν να κατηγοριοποιηθούν, γενικά, σε ατομικά και ομαδικά. Τα ατομικά είδη χωρίζονται, περαιτέρω, σε παραστάσεις από επαγγελματίες διασκεδαστές και σε ελεύθερο χορό για αναψυχή στο πλαίσιο εορτασμών. Οι ατομικές παραστάσεις συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με ακροβατικές και θεαματικές επιδείξεις. Ο Ξενοφών (430 – 354 π.Χ.), στην Κύρου Ανάβαση, θαυμάζει τους νεαρούς συνοδούς των Ελλήνων μισθοφόρων που διασκέδαζαν τους Έλληνες και τους Παφλαγόνες κατά τον εορτασμό της μεταξύ τους συμφωνίας ειρήνης. Ένας χορευτής, κρατώντας μια ελαφριά ασπίδα, αναπαρέστησε μια σκηνή μάχης ενάντια σε δύο φανταστικούς αντιπάλους και έπειτα, χόρεψε έναν περσικό χορό, πολεμικό και πάλι. Στη συνέχεια, ένα κορίτσι ντυμένο ως πολεμιστής, εξέπληξε το κοινό με τον εξαιρετικό της πυρρίχιο, τον χορό της φωτιάς, τον πιο δημοφιλή πολεμικό χορό του ελληνικού κόσμου.

Acrobat-dancer on a Hydria
Ακροβάτης - χορευτής σε υδρία
The Trustees of The British Museum (CC BY-NC-SA)

Ένας άλλος χώρος για ατομικές παραστάσεις ήταν το συμπόσιο, όπου επαγγελματικοί θίασοι μπορούσαν να προσληφθούν για να παρέχουν μουσική ψυχαγωγία. Η μουσική ήταν το κύριο συστατικό της ηδονής και μπορούσε να περιλαμβάνει μερικές ορχηστρίδες, οι οποίες χόρευαν με τη μουσική συνοδεία επαγγελματιών γυναικών μουσικών: των αυλητρίδων (που έπαιζαν αυλό) και των ψαλτριών (που έπαιζαν άρπα). Κάποιες φορές, οι χορεύτριες συμμετείχαν και στην μουσική, κρατώντας τον ρυθμό με ένα ζεύγος κροτάλων. Αν ο οικοδεσπότης μπορούσε να πληρώσει έναν πλήρη θίασο, τότε η διασκέδαση περιλάμβανε και ένα είδος θεατρικής παράστασης με χαριτωμένους χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς και εντυπωσιακά ακροβατικά και μουσικά δράματα.

Ήταν, συχνά, η αποκορύφωση ενός τυπικού συμποσίου, όταν οι προσκεκλημένοι έσπευδαν τραγουδώντας και χοροπηδώντας μέχρι το σπίτι, υμνώντας τον Διόνυσο, τον θεό του κρασιού, σε ένα είδος σατυρικής πομπής, τον κώμο, τον χορό των μεθυσμένων.

Τα συμπόσια είναι, επίσης, η πρωταρχική μας πηγή γνώσης για τον αυθόρμητο, ελεύθερο χορό των Ελλήνων. Το γλέντι περιελάμβανε ατομικούς χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς, με χαλαρές κινήσεις του σώματος, ανάμεσα στους υπόλοιπους συνδαιτυμόνες. Ήταν, συχνά, η αποκορύφωση ενός τυπικού συμποσίου, όταν οι προσκεκλημένοι έσπευδαν τραγουδώντας και χοροπηδώντας μέχρι το σπίτι, υμνώντας τον Διόνυσο, τον θεό του κρασιού, σε ένα είδος σατυρικής πομπής, τον κώμο, τον χορό των μεθυσμένων.

Η δεύτερη κατηγορία ελληνικών χορών είναι οι ομαδικοί χοροί. Αυτοί περιλαμβάνουν μια σειρά συγχρονισμένων, παρόμοιων και συχνά προκαθορισμένων κινήσεων από μια ομάδα, της οποίας μέλη μπορούσαν να είναι ημι-επαγγελματίες (όπως οι χοροί του θεάτρου) ή απλοί παρευρισκόμενοι (σε θρησκευτικές τελετές, γάμους, κηδείες), αμιγώς άνδρες ή γυναίκες ή άνδρες και γυναίκες μαζί. Συχνά, αναφέρεται ότι ο χορός στην αρχαιότητα ήταν μια συλλογική δραστηριότητα και οι ελληνικοί χοροί συνοψίζονται σε μεγάλο βαθμό ως ομαδικοί. Ο Όμηρος (π. 750 π.Χ.), πρώτος μεταξύ πολλών αρχαίων συγγραφέων που αναφέρθηκαν στο θέμα του χορού, στην Ιλιάδα περιγράφει την ασπίδα του Αχιλλέα, η οποία είναι διακοσμημένη με τρεις ομάδες αγοριών και κοριτσιών που χορεύουν. Στον υλικό πολιτισμό, οι πρώτοι επώνυμοι χορευτές εμφανίζονται το π. 575 π.Χ. στον Κρατήρα του Κλειτία (αγγείο François), έναν μεγάλο κρατήρα που χρησίμευε για την ανάμιξη του κρασιού με νερό. Στην υψηλότερη ζωφόρο του αγγείου, κάτω από το χείλος, εικονίζεται ομάδα 14 αγοριών και κοριτσιών που προχωρούν σε μια γραμμή πιασμένα από τα χέρια, τιμώντας τον Αθηναίο πρίγκιπα και ήρωα Θησέα, που τους διέσωσε από τον κρητικό λαβύρινθο.

Ο Πλούταρχος, ο Ιούλιος Πολυδεύκης και ο Λουκιανός, μεταξύ άλλων, ταυτίζουν τον χορό αυτό με τον γέρανο, έναν δημοφιλή αλυσιδωτό χορό με γρήγορο ρυθμό. Η γραμμική είναι μόνο μία, αν και ίσως η πιο συχνή, μορφή ελληνικού ομαδικού χορού. Οι άλλες δύο είναι η κυκλική και η σπειροειδής. Οι γραμμικοί χοροί συνδέονται σε μεγάλο βαθμό τόσο με θρησκευτικές τελετές, όπως πομπές σε δημόσιες γιορτές, όσο και με καθημερινές εκδηλώσεις, όπως γάμους και κηδείες. Οι κυκλικές μορφές ήταν, επίσης συχνά, μέρος μιας τελετής, όταν οι χορευτές άρχιζαν να χορεύουν γύρω από τον βωμό μιας θεότητας. Στους χορούς όπως ο γέρανος, που συνδεόταν με τον λαβύρινθο και τον μίτο που έδωσε η Αριάδνη στον Θησέα για να βρει την έξοδο, οι χορευτές μιμούνταν τους ελιγμούς αυτών των στοιχείων.

Nikosthenic Amphora with Dancing Satyrs & Maenads
Νικοσθένειος αμφορέας με Σάτυρους και Μαινάδες σε χορό
The Cleveland Museum of Art (Public Domain)

Οι γραμμικές και κυκλικές μορφές χορού εκτελούνταν από τον πιο διάσημο χορό της αρχαίας Ελλάδας, τον Χορό του θεάτρου. Η αρχική μορφή του Χορού, ο διθύραμβος, είναι στενά συνδεδεμένος με τον Διόνυσο. Ήταν το μακροβιότερο χορικό άσμα, που διήρκησε από τον 7ο αι. π.Χ. έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Τα Μεγάλα Διονύσια (ή εν Άστει Διονύσια), στο πλαίσιο των οποίων γεννήθηκε το αρχαίο δράμα, αναπτύχθηκαν τον 6ο αι. π.Χ., όταν ο λυρικός ποιητής Λάσος ο Ερμιονεύς εισήγαγε αυτή τη μορφή χορικού άσματος στην Αθήνα. Ο Χορός στο αρχαίο θέατρο εκτελούσε μια σειρά χορογραφημένων κινήσεων στη διάρκεια της παράβασης, την χορική απόδοση του μηνύματος του συγγραφέα στο κοινό. Αρχηγός του Χορού ήταν ο χορηγός. Ο ρυθμός των χορικών ασμάτων ποίκιλε ανάλογα με το ποιητικό μέτρο του κάθε έργου και υπήρχε ένας συγκεκριμένος τύπος χορού για κάθε θεατρικό είδος. Ο Χορός εκτελούσε την εμμέλεια στην τραγωδία, τον κόρδακα (κόρδαξ) στην κωμωδία, και τη σίκιννη (σίκιννις) στο σατυρικό δράμα.

Χαρακτήρες Χορευτών

Χαρακτήρες χορευτών, τόσο μυθικοί όσο και ιστορικοί, αναφέρονται συχνά στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ο Οδυσσέας θαυμάζει την ομορφιά και τη χάρη της Ναυσικάς που αποκαλύπτεται μέσα από τον απολαυστικό χορό της. Ο Ερμής ερωτεύεται την Πολυμήλη όταν τη βλέπει να χορεύει προς τιμήν της Αρτέμιδας. Ο Ιπποκλείδης, ένας Αθηναίος αριστοκράτης που είχε επιλεγεί ανάμεσα στους πιο επιφανείς μνηστήρες για να παντρευτεί την Αγαρίστη, την πριγκίπισσα της Σικυώνας, τον 6ο αι. π.Χ., έχασε τη νύφη όταν επιδόθηκε σε ένα αμάλγαμα ακροβατικών και κώμου, χαμένος στη μέθη του.

Οι πιο περιβόητοι χορευτές, ωστόσο, δεν είναι άλλοι από τους συνοδούς του Διονύσου. Η ανδρική ακολουθία του αποτελείται από τους Σάτυρους, μισούς άνδρες και μισούς τράγους, με τον αθεράπευτα εύθυμο και άτακτο χαρακτήρα τους. Συνήθως, οι Σάτυροι εμφανίζονται να κυνηγούν νεαρές γυναίκες και ειδικά τις Μαινάδες, τη γυναικεία ακολουθία του Διονύσου. Οι Μαινάδες, που σημαίνει γυναίκες σε εκστατική μανία, φορούσαν δέρματα ελαφιού και κρατούσαν τον θύρσο, ένα μακρύ ραβδί από ξύλο μάραθου ή πεύκου. Ο εκστατικός χορός τους κορυφωνόταν συχνά με βίαιες και παράδοξες συμπεριφορές, όπως το κράτημα φιδιών και ο διαμελισμός ζώων. Ο Ευριπίδης (π. 484-407 π.Χ.) στο έργο Βάκχαι – ένα άλλο όνομα για τις Μαινάδες, από τον Βάκχο – διηγείται την ιστορία των γυναικών της Θήβας και της βασιλομήτορος Αγαύης, οι οποίες καταδικάστηκαν σε τρέλα από τον ίδιο τον Διόνυσο και σκότωσαν τον βασιλιά Πενθέα.

Maenad Relief, Capitoline Museums
Ανάγλυφο Μαινάδας - Μουσεία Καπιτωλίου
Mark Cartwright (CC BY-NC-SA)

Αυτούς τους μυθικούς χορευτές μιμούνταν και οι άνθρωποι. Ο Κρατήρας του Προνόμου, ένας μεγάλος, περίτεχνα διακοσμημένος, ελικωτός κρατήρας του 400 π.Χ., απεικονίζει παρασκηνιακές προετοιμασίες ηθοποιών με αμφίεση Σατύρων, να περιστοιχίζουν τον Δημήτριο, τον συγγραφέα του σατυρικού δράματος που ετοιμάζονται να παίξουν. Στην άλλη όψη του αγγείου, ο Διόνυσος και η σύντροφός του, Αριάδνη, πριγκίπισσα της Κρήτης, κοιτάζουν από ψηλά τον αυλητή Πρόνομο. Σε πολλές περιπτώσεις, γυναίκες υποδύονταν τις Μαινάδες. Αυτό συνέβαινε το πλαίσιο μιας γιορτής ή μιας τελετής μόνο για γυναίκες. Στα Αγριώνια, για παράδειγμα, ομάδες γυναικών που χόρευαν διασκορπισμένες στα βουνά, περιφέρονταν όλη τη νύχτα σε συλλογική έκσταση για να υπερβούν την γήινη φύση τους και να ενωθούν με τον θεό τους, τον Διόνυσο.

Αν και είναι δύσκολο να ιχνηλατηθεί απρόσκοπτα η εξέλιξη των σύγχρονων ελληνικών χορών από την αρχαιότητα, οι μορφές του αρχαίου ελληνικού χορού και οι κινήσεις του, εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα στις ελληνικές κοινότητες. Ο αρχαίος ελληνικός χορός, με τις ιστορίες και τους χαρακτήρες του, έχει εμπνεύσει και συνεχίζει να εμπνέει συγγραφείς, ποιητές, ζωγράφους, χορευτές και πολλούς άλλους ανά τους αιώνες και ανά τον κόσμο.

σχετικά με το μεταφραστή

Christina Garila
Πρώην δημοσιογράφος και λάτρης της ιστορίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Μινωικό και τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό. Γοητεύεται από το πώς η πολιτιστική μας κληρονομιά μπορεί να προτείνει απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα.

σχετικά με το συγγραφέα

Nathalie Choubineh
I'm a translator and researcher, enjoy delving into ancient dances, beliefs and rituals, myths and histories, artworks, and other forms of cultural expression and their crossings. I love to learn and to share.

Να αναφέρω αυτό το έργο

Στυλ APA

Choubineh, N. (2020, November 10). Ο Χορός στην Αρχαία Ελλάδα [Ancient Greek Dance]. (C. Garila, Μεταφραστής). World History Encyclopedia. Ανακτήθηκε από https://www.worldhistory.org/trans/el/1-19269/

Στυλ Σικάγο

Choubineh, Nathalie. "Ο Χορός στην Αρχαία Ελλάδα." Μετάφραση από Christina Garila. World History Encyclopedia. Τελευταία τροποποίηση November 10, 2020. https://www.worldhistory.org/trans/el/1-19269/.

Στυλ MLA

Choubineh, Nathalie. "Ο Χορός στην Αρχαία Ελλάδα." Μετάφραση από Christina Garila. World History Encyclopedia. World History Encyclopedia, 10 Nov 2020. Ιστός. 28 Oct 2021.