Περί Ωκεανού: Το περίφημο ταξίδι του Πυθέα

Άρθρο

Thomas S. Garlinghouse
από , μεταφρασμένο από Christina Garila
δημοσιεύτηκε στις 14 July 2017

Αρχικό κείμενο στην αγγλική γλώσσα: On the Ocean: The Famous Voyage of Pytheas

Γύρω στο 330 π.Χ., ο Πυθέας, ένας σχεδόν άγνωστος Έλληνας έμπορος, ξεκίνησε ένα εκπληκτικό ταξίδι. Ήταν ένα ταξίδι που θα τον οδηγούσε πέρα από τα γνωστά όρια της Μεσογείου, σε χώρες που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο στους μύθους και στους θρύλους. Όταν επέστρεψε, το ταξίδι του και όσα θαυμαστά είδε, θα συζητούνταν για αιώνες.

Ο Πυθέας ήταν πολίτης της ελληνικής αποικίας της Μασσαλίας, η οποία έγινε σημαντική εμπορική δύναμη της δυτικής Μεσογείου, εξαιτίας της προνομιακής θέσης της στις νότιες ακτές της Γαλατίας (Γαλλία). Ήταν γνωστός ως ικανός πλοηγός, αστρονόμος και ναυτικός. Η αφήγησή του για το ταξίδι του, με τον τίτλο Περί Ωκεανού, καταγράφει ένα θαλάσσιο οδοιπορικό στη Βρετανία, τη Βόρεια Θάλασσα και την ακτογραμμή της βορειοανατολικής Ευρώπης, τα μυστηριώδη βόρεια εδάφη που ήταν πηγές προμήθειας κασσίτερου, ξυλείας και χρυσού για τη Μεσόγειο. Γραμμένη στα ελληνικά γύρω στο 325 π.Χ., είναι ίσως η παλαιότερη τεκμηριωμένη περιγραφή των Βρετανικών Νήσων και των κατοίκων της. Επίσης, περιέχει ενδιαφέρουσες ενδείξεις ότι ο Πύθεας μπορεί να έφτασε μέχρι την Ισλανδία και τον Αρκτικό Ωκεανό. Αυτές ήταν οι χώρες που σύμφωνα με τους ελληνικούς μύθους κατοικούσε μια φυλή γιγάντων, των γνωστών Υπερβόρειων. Δυστυχώς, λίγες λεπτομέρειες υπάρχουν για το ταξίδι αυτό, καθώς η πραγματεία δεν σώζεται ολόκληρη. Αν και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα, μόνο αποσπάσματά της έχουν διασωθεί, παρατεθειμένα ή παραφρασμένα μέσα σε έργα άλλων κλασσικών συγγραφέων.

Pytheas
Πυθέας
Jeanne Menjoulet (CC BY)

Σε αντίθεση με άλλα κείμενα της εποχής γύρω από την ναυτιλία, το Περί Ωκεανού δεν θεωρείται περίπλους, ή τουλάχιστον, δεν θεωρείται ένας τυπικός περίπλους. Αυτοί ήταν ουσιαστικά ναυτικά ημερολόγια ή οδηγοί πλοήγησης. Περιείχαν μια σειρά πρακτικών πληροφοριών, όπως αποστάσεις μεταξύ σημαντικών παράκτιων ορόσημων ή αστρονομικές παρατηρήσεις που προορίζονταν να βοηθήσουν τα θαλάσσια ταξίδια. Αντίθετα, το Περί Ωκεανού, αν και περιλαμβάνει τέτοιες πληροφορίες, είναι πολύ μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο σε κλίμακα. Πρόκειται για μια προσωπική περιγραφή του ταξιδιού του Πυθέα και περιέχει πλήθος αστρονομικών, γεωγραφικών, βιολογικών, ωκεανογραφικών και εθνολογικών παρατηρήσεων. Για την ακρίβεια, πολλοί σύγχρονοι μελετητές το θεωρούν ντοκουμέντο σημαντικής επιστημονικής και ανθρωπολογικής σημασίας.

Οι πηγές

Το ταξίδι του Πυθέα το διέσωσαν πολλοί συγγραφείς. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, κυρίως, ο Τίμαιος, ο Ερατοσθένης, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Στράβων και ο Πολύβιος. Οι δύο τελευταίοι, ωστόσο, ήταν ανοιχτά εχθρικοί απέναντι στην ιδέα ενός τέτοιου ταξιδιού. Για παράδειγμα, ο γεωγράφος Στράβων (63 π.Χ. - 24 μ.Χ.) ισχυρίζεται στο διάσημο έργο του Γεωγραφικά, ότι ο Πυθέας είναι «ο χειρότερος ψεύτης» και ότι τα γραπτά του ήταν απλά «επινοήσεις» (Roseman, 24). Παρ’ όλα αυτά, ο Στράβων είναι σπουδαία πηγή για τον Πυθέα· παραθέτει κατά λέξη τα λόγια του Έλληνα εξερευνητή σε πολλές περιστάσεις στα Γεωγραφικά, αν και το κάνει με τρόπο που δυσφημεί τον Πυθέα και αμφισβητεί την εγκυρότητα του ταξιδιού του.

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΠΥΘΕΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΠΛΗΘΟΣ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΩΝ, ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΩΚΕΑΝΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

Πολλοί μελετητές πιστεύουν πως οι δριμείς κατηγορίες του Στράβωνα, έχουν αναπαραχθεί από το έργο του Πολύβιου (200 – 118 π.Χ.), του Έλληνα ιστορικού του 2ου αι. π.Χ. που επέκρινε ακόμα πιο έντονα τον Πυθέα. Το βιβλίο 34 του έργου Ιστορίαι του Πολύβιου, το οποίο σώζεται αποσπασματικά, αποτελεί μια εκτεταμένη αντιπαράθεση στον Πυθέα. Η εχθρότητα αυτών των δύο συγγραφέων απέναντι στον Πυθέα είναι παράξενη και στην πραγματικότητα, μπορεί να οφείλεται σε κάτι τόσο απλό όσο ο «επαγγελματικός φθόνος», όπως λέει ο Βρετανός αρχαιολόγος, Barry Cunliffe (Cunliffe, 173).

Αντίθετα, άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αντιμετώπισαν καλοπροαίρετα τον Πυθέα και αποδέχθηκαν το Περί Ωκεανού ως έγκυρο. Κυριότερος εξ αυτών ήταν ο ιστορικός Τίμαιος (π. 345 – 250 π.Χ.), ο οποίος έγραψε μια εκτενή πραγματεία για την ιστορία της Σικελίας και της δυτικής Μεσογείου. Κατά πάσα πιθανότητα είχε στην κατοχή του κάποιο αντίγραφο του Περί Ωκεανού και χρησιμοποίησε αποσπάσματά του πολλές φορές μέσα στο δικό του έργο. Ο περίφημος γεωγράφος και «βιβλιοφύλαξ» της Αλεξάνδρειας, Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (π. 276 – 194 π.Χ.) παραθέτει τον Πυθέα σε μια πραγματεία που – όπως και το Περί Ωκεανού – έχει χαθεί, αλλά αναπαράχθηκε ευρέως στον αρχαίο κόσμο.

Πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι ο Ρωμαίος ιστορικός και συγγραφέας Πλίνιος (23 – 79 μ.Χ.) πήρε τις περισσότερες πληροφορίες του από τον Τίμαιο. Όπως και ο Τίμαιος, παραθέτει πολλά αποσπάσματα από το Περί Ωκεανού, στο έργο του Φυσική Ιστορία, συχνά προλογίζοντάς τα με τη φράση «σύμφωνα με τον Πυθέα...» ή «ο Πυθέας από τη Μασαλλία έγραψε...». Ο Έλληνας ιστορικός Διόδωρος Σικελιώτης (π. 90 – 30 π.Χ.), ο οποίος έγραψε την μνημειώδη Ιστορική Βιβλιοθήκη του την εποχή του Αυγούστου, είναι επίσης γνωστό ότι δανείστηκε εκτενή αποσπάσματα από τα γραπτά του Τίμαιου και ειδικά τα σχόλιά του για την αρχαία Βρετανία.

Το οδοιπορικό

Με βάση αυτά και άλλα διάσπαρτα αποσπάσματα, οι σύγχρονοι μελετητές επιχείρησαν να ανασυνθέσουν πτυχές του ταξιδιού, αλλά πολλές λεπτομέρειες παραμένουν ανεπιβεβαίωτες. Για παράδειγμα, το είδος του σκάφους το οποίο χρησιμοποίησε ο Πυθέας δεν καθορίστηκε ποτέ με κάποιο βαθμό βεβαιότητας. Ορισμένοι ιστορικοί – μεταξύ τους και ο Cunliffe – έχουν υποστηρίξει ότι ταξίδευε κυρίως πεζή και ίσως να χρησιμοποιούσε κάποιου είδους κέλτικο κανό (currach) για τις θαλάσσιες διαδρομές. Είναι εξίσου πιθανό, εφόσον ήταν έμπορος, να ταξίδευε με μια ολκάδα (ολκάς). Οι ολκάδες ήταν ελληνικά εμπορικά πλοία, ανθεκτικά και στέρεα, με μεγάλο βύθισμα, σχεδιασμένα για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Είχαν επίπεδη βάση και στρογγυλό κύτος, έπαιρναν ώθηση κυρίως από ιστία και ήταν πολύ διαφορετικά από τις κομψές τριήρεις, τα ελληνικά πολεμικά πλοία.

Greek Trading Ship
Ελληνικό εμπορικό πλοίο
Damien Entwistle (CC BY-NC-SA)

Ανεπιβεβαίωτη είναι και η ακριβής του διαδρομή. Ωστόσο, είναι γενικά αποδεκτό ότι ο Πυθέας άρχισε το ταξίδι του από τη Μασσαλία και έπλευσε δυτικά περνώντας τις Ηράκλειες Στήλες (τα σημερινά Στενά του Γιβραλτάρ). Προχώρησε στον Ατλαντικό, ακολουθώντας τη δυτική ακτογραμμή της Ισπανίας και της Γαλλίας προς βορρά και πιθανώς αποβιβάστηκε στη Βρετάνη. Από εκεί, διέσχισε τη Μάγχη, φτάνοντας σε ένα μέρος που ονομάζει «Βελέριον», που οι σύγχρονοι μελετητές πιστεύουν ότι είναι η Κορνουάλη. Εκεί ήταν που είδε τους κατοίκους της Βρετανίας να εξορύσσουν κασσίτερο για εμπόριο με τη Γαλατία και από εκεί με τη Μεσόγειο. Ο Πλίνιος, παραθέτοντας τον Τίμαιο, γράφει: «υπάρχει ένα νησί με το όνομα Μίκτις, σε απόσταση πλεύσης έξι ημερών από τη Βρετανία, όπου υπάρχει κασσίτερος. Οι Βρετανοί φτάνουν στο νησί με ψάθινες βάρκες καλυμμένες με δορές» (Cunliffe, 75). Η ακριβής τοποθεσία του νησιού αυτού είναι άγνωστη, αλλά έχει προταθεί ότι ίσως είναι το Όρος του Αγίου Μιχαήλ στην Κορνουάλη, η χερσόνησος Μαουντμπάτεν στο Ντέβον ή η Νήσος Γουάιτ.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης αποκαλεί τη Βρετανία «Πρεττανία» και τους κατοίκους της «Πρεττανούς» (Pritani). Οι μελετητές πιστεύουν ότι και οι δύο λέξεις, που πιθανότατα οφείλονται αρχικά στον Πυθέα, προέρχονται από τον κλάδο των p-Κελτικών υποδιαιρέσεων της Κελτικής γλώσσας. Αυτή τη γραφή υιοθετεί και ο Στράβων στις περισσότερες αναφορές του στο νησί. Αντίθετα, πολλοί μεταγενέστεροι συγγραφείς χρησιμοποιούν τη γραφή των b-Κελτικών γλωσσών, αποδίδοντας τη λέξη ως «Βρετανία». Ο Διόδωρος περιγράφει το νησί της Βρετανίας ως «πυκνοκατοικημένο και το κλίμα... εξαιρετικά κρύο» (Cunliffe, 108). Περιγράφει το Πρεττανούς ως λαό αποτελούμενο από φυλές που κυβερνώνται από «πολλούς βασιλιάδες και αριστοκράτες...» (Cunliffe, 108). Σημειώνει ότι ζούσαν σε σπίτια φτιαγμένα από «καλάμια ή ξύλα» και λέει ότι συντηρούνταν από τα αγροτικά προϊόντα (Cunliffe, 108). «Ο τρόπος συγκομιδής των σιτηρών τους», γράφει, επικαλούμενος τον Πυθέα, «είναι να κόβουν μόνο τις κορυφές και να τις αποθηκεύουν σε στεγασμένους χώρους και κάθε μέρα να διαλέγουν τις ώριμες κορυφές και να τις αλέθουν, παίρνοντας έτσι την τροφή τους» (Cunliffe, 108).

Αφού παρατήρησε τους κατοίκους της Κορνουάλης και της νοτιοδυτικής Βρετανίας, ο Πυθέας μάλλον προχώρησε βόρεια, παράλληλα με τις ακτές της Ουαλίας. Πιθανόν να αποβιβάστηκε στη Νήσο Μαν προτού περιπλεύσει τις δυτικές ακτές της Σκωτίας, περνώντας ανάμεσα από τα νησιά των Εβρίδων. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, αποβιβάστηκε πολλές φορές στη στεριά. Μάλιστα, ο Στράβων φέρει τον Πυθέα να λέει ότι «διέσχισε ολόκληρη τη Βρετανία με τα πόδια», αλλά προσθέτει χαρακτηριστικά ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι εντελώς παράλογος (Roseman, 48). Ο Πυθέας εκτέλεσε πολλές γεωγραφικές μετρήσεις, χρησιμοποιώντας γνώμονα. Ο γνώμονας ήταν μία συσκευή όπως η σημερινή σταδία, που σχεδιάστηκε για να μετράει τη σκιά του ήλιου σε διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη και έτσι να υπολογίζει τη θέση κάποιου. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι βόρεια της Βρετανίας βρίσκονται οι Ορκάδες νήσοι, αν και ο αριθμός των νησιών που μας δίνει δεν συμφωνεί με τον πραγματικό αριθμό των νησιών (Orkney Islands). Από κει, ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι ο Πυθέας έκανε το πιο τολμηρό βήμα στο ταξίδι του, άφησε πίσω του τη Βρετανία και περιπλανήθηκε στη Βόρεια Θάλασσα.

Strabo
Στράβων
Brian Boru (Public Domain)

Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Πυθέας έπλεε επί έξι μέρες πριν φτάσει σε μια ξηρά που ονόμασε Θούλη, την οποία ορισμένοι μελετητές ταυτίζουν με την Ισλανδία. Το αν ο Πυθέας αποβιβάστηκε πράγματι στην Ισλανδία αμφισβητείται έντονα και η πιθανότητα αυτή διχάζει τους μελετητές εδώ και δεκαετίες. Κάποιοι αποδέχονται ότι η Θούλη είναι όντως η Ισλανδία, ενώ άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται για τη Νορβηγία. Ο Καναδός εξερευνητής Vilhjalmur Stefansson, που εξερεύνησε εκτενώς την Αρκτική, υποστήριξε στο βιβλίο του Ultima Thule ότι το ενδεχόμενο να έφτασε ο Πυθέας στην Ισλανδία είναι αρκετά πιθανό. Ήταν εδώ, ή σε κάποιο άλλο σημείο σε αυτά τα βόρεια κλίματα, που ο Πύθεας έγινε μάρτυρας ενός φαινόμενου εντελώς ξένου για τους κατοίκους της Μεσογείου: του σχεδόν συνεχούς ηλιακού φωτός που βιώνουν οι ταξιδιώτες σε μεγάλα γεωγραφικά πλάτη κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο Πλίνιος σημειώνει:

Τελευταία απ’ όσα αναφέρονται είναι η Θούλη, όπου, όπως έχω πει, δεν υπάρχουν νύχτες κατά τη διάρκεια του ηλιοστασίου, όταν ο ήλιος περνάει από τον αστερισμό του Καρκίνου και επίσης, δεν υπάρχουν καθόλου ημέρες κατά τη διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου. Κάποιοι πιστεύουν ότι αυτό διαρκεί για έξι μήνες (Roseman, 92).

Μετά από μιας μέρας πλεύση βόρεια της Θούλης, σημείωνε περαιτέρω ο Πυθέας, φτάνει κανείς στην «Πεπηγυία Θάλασσα» (πηγμένη θάλασσα), ένας όρος που οι μελετητές πιστεύουν ότι περιγράφει τον παγωμένο Αρκτικό Ωκεανό. Στο σημείο αυτό είναι πολύ πιθανό ότι η πυκνή ομίχλη, το δριμύ ψύχος και οι παγετώνες, εμπόδισαν τη συνέχιση του ταξιδιού προς τον βορρά. Παρ’ όλα αυτά, η αναφορά στο μέρος αυτό αποτελεί το πιο αινιγματικό απόσπασμα του Περί Ωκεανού. Ο Στράβων εμφανίζει τον Πυθέα να λέει ότι αυτό το έσχατο μέρος ήταν ένας τόπος:

Όπου ούτε η γη, ούτε το νερό, ούτε ο αέρας υπάρχουν χωριστά, αλλά μία ανάμειξη όλων αυτών, που μοιάζει με θαλάσσιο πνεύμονα, μέσα στον οποίο η γη, η θάλασσα και όλα τα πράγματα στέκονταν μετέωρα, σχηματίζοντας, τρόπον τινά, έναν σύνδεσμο που τα ένωνε όλα (Roseman, 125).

Ο αινιγματικός όρος «θαλάσσιος πνεύμονας» («πνεύμονι θαλαττίω εοικός») αποτέλεσε επί μακρόν πηγή έντονου προβληματισμού μεταξύ των σύγχρονων μελετητών. Δεν είναι ξεκάθαρο σε τι αναφέρεται ο Πυθέας όταν χρησιμοποιεί τον όρο. Η πιο λογική εξήγηση και αυτή που υιοθετείται από τους περισσότερους σύγχρονους ερευνητές, είναι ότι ο Πυθέας χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει ένα φαινόμενο, τις «τηγανίτες πάγου», το οποίο δεν είχε ξαναδεί ποτέ και για το οποίο δεν υπήρχε ελληνικός όρος. Οι «τηγανίτες πάγου» είναι χαρακτηριστικά στρογγυλά κομμάτια πάγου που επιπλέουν στο νερό. Εξάλλου, «θαλάσσιος πνεύμονας» ονομαζόταν και η μέδουσα (πλεύμων θαλάττιος), ένα πλάσμα που περιγράφει ο Αριστοτέλης στο έργο του Περὶ ζώων μορίων. Και αυτό έχει στρογγυλό σχήμα και πλέει στην επιφάνεια ή πολύ κοντά στην επιφάνεια του νερού. Αρκετοί μελετητές θεωρούν ότι στην προσπάθειά του να περιγράψει το φαινόμενο, ο Πυθέας κατέφυγε στον όρο «θαλάσσιος πνεύμονας», που ίσως έμοιαζε περισσότερο με αυτό το παράξενο θέαμα.

Επιστρέφοντας από τη Θούλη, ο Πυθέας μάλλον ακολούθησε τις ανατολικές ακτές της Βρετανίας, έκανε τον γύρο της χερσονήσου του Κεντ, το οποίο αποκαλεί «Κάντιον» και έτσι, ολοκλήρωσε τον περίπλου του νησιού. Αλλά, αντί να στραφεί δυτικά για να κατευθυνθεί προς την πατρίδα, υπάρχουν ενδείξεις ότι στράφηκε ανατολικά, πλέοντας παράλληλα με τη νότια ακτογραμμή της Ευρώπης. Ο Πλίνιος υποστηρίζει ότι συνάντησε έναν γερμανικό λαό, τους Γούτωνες, οι οποίοι κατοικούσαν στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού. Επίσης, εξερεύνησε ένα νησί (πιθανόν την Ελιγολάνδη) που είχε άφθονα κοιτάσματα ήλεκτρου (κεχριμπάρι). Στην πραγματικότητα, το ταξίδι σε αυτό το τμήμα της Ευρώπης μπορεί να υποκινήθηκε από την επιθυμία του να εντοπίσει την πηγή του ήλεκτρου, το οποίο ασκούσε μεγάλη έλξη στους Έλληνες. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι από εδώ, ο Πυθέας προχώρησε προς την Βαλτική. Ίσως να έφτασε μέχρι τον ποταμό Βιστούλα, στη σημερινή Πολωνία, πριν αρχίσει το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής στη Μεσόγειο.

Η παρακαταθήκη του Πυθέα

Ο Πυθέας φαίνεται ότι έγραψε το Περί Ωκεανού κάποια στιγμή μετά την επιστροφή του στη Μασσαλία. Βέβαια, το πότε ακριβώς μάλλον δεν θα το μάθουμε. Ο Cunliffe υποθέτει ότι πρέπει να γράφτηκε την περίοδο πριν από το 320 π.Χ., επειδή η πρώτη αναφορά στο έργο γίνεται αμέσως μετά από αυτήν την ημερομηνία, από τον κλασσικό συγγραφέα Δικαίαρχο, μαθητή του Αριστοτέλη. Στη συνέχεια, αναπαράχθηκε ευρέως και όπως φαίνεται μελετήθηκε, αναλύθηκε και συζητήθηκε έντονα για τουλάχιστον δύο αιώνες. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι τα γραπτά του Τάκιτου και του Ιούλιου Καίσαρα, το Περί Ωκεανού ήταν πιθανώς η μόνη πηγή πληροφοριών για τη Βρετανία και τα βόρεια γεωγραφικά πλάτη. Αντίγραφά του υπήρχαν σίγουρα στις μεγάλες βιβλιοθήκες της Περγάμου και της Αλεξάνδρειας. Ήταν μάλλον στην τελευταία, που ο Ερατοσθένης απέκτησε ένα αντίγραφο. Στη διάρκεια των αιώνων, ωστόσο, ίσως εξαιτίας παραμέλησης ή ηθελημένης καταστροφής (π.χ. η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας υπέστη μια σειρά καταστροφικών πυρκαγιών), ή ενός συνδυασμού και των δύο, το Περί Ωκεανού χάθηκε και μαζί του και η καταγραφή ενός από τα σπουδαιότερα εξερευνητικά ταξίδια της κλασσικής αρχαιότητας.

Όσο για τον ίδιο τον Πυθέα, οι μελετητές δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα για εκείνον. Εκτός από μια σύντομη περιγραφή στα γραπτά του Πολύβιου, ο οποίος τον αποκαλεί υποτιμητικά «ιδιώτη» και «φτωχό» (Roseman, 48), οι σύγχρονοι ιστορικοί δεν διαθέτουν κανένα στοιχείο για την προσωπικότητά του, την εμφάνισή του ή ακόμα και τα κίνητρά του για αυτό το ταξίδι. Τέτοιες περιγραφές, αν υπάρχουν καν, μπορούν να συναχθούν μόνο από τα διάσπαρτα αποσπάσματα των γραπτών του ή από όσα έχουν γράψει οι άλλοι για αυτόν. Ωστόσο, αυτά αποκαλύπτουν όχι μόνο έναν ικανό πλοηγό και θαλασσοπόρο, αλλά και έναν άνθρωπο που διαθέτει μια τεράστια περιέργεια για τον κόσμο, μια περιέργεια που ξεπέρασε τα όρια του μεσογειακού κόσμου του.

Stele of Polybius
Στήλη του Πολύβιου
Jona Lendering (CC BY-SA)

Αυτή η περιέργεια είναι έκδηλη στο Περί Ωκεανού. Πράγματι, παρά τις υπερβολικές ενστάσεις του Στράβωνα και του Πολύβιου, το Περί Ωκεανού είναι κάθε άλλο παρά λογικά αδύναμο και φαντασιόπληκτο. Τα σωζόμενα αποσπάσματά του δείχνουν μια νηφάλια και αντικειμενική καταγραφή, που περιέχει πολύτιμες πληροφορίες για τους σύγχρονους μελετητές και επιστήμονες. Περιλαμβάνει σχόλια για την επίδραση της σελήνης στα παλιρροϊκά κύματα, για τον νυχτερινό ήλιο, τις ακριβείς γεωγραφικές μετρήσεις και την εθνογραφική απεικόνιση των γηγενών πληθυσμών. Όλα αυτά αντιπροσωπεύουν έναν άνδρα που, όπως τουλάχιστον ένας μελετητής έχει υποστηρίξει: «μπορεί να ξεχωρίσει από τους άλλους εξερευνητές και ταξιδιώτες της αρχαιότητας ως ένας επιστήμονας που ταξίδεψε... καθαρά για λόγους έρευνας... και έγινε ο πρώτος που είδε ολόκληρο τον ωκεανό ως πεδίο εξερεύνησης» (Roller, 63).

Σήμερα, λίγοι ιστορικοί και μελετητές αμφιβάλουν για το αν το ταξίδι του πραγματοποιήθηκε. Αν και συνεχίζουν να υπάρχουν διαφωνίες για τα μέρη που επισκέφθηκε και για άλλες λεπτομέρειες του ταξιδιού, το γεγονός ότι έκανε ένα τέτοιο ταξίδι σπάνια αμφισβητείται. Εάν το ταξίδι είχε αρχικά σχεδιαστεί ως οικονομικό εγχείρημα, όπως προτείνουν κάποιοι, σύντομα έγινε κάτι περισσότερο, όπως φανερώνουν τα αποσπάσματα του Περί Ωκεανού. Πράγματι, έγινε ένα ταξίδι εξερεύνησης με την πιο ουσιαστική έννοια, μια προσπάθεια κατανόησης και άντλησης γνώσης για τον κόσμο μέσω της απευθείας παρατήρησης. Με τον τρόπο αυτό, ο Πυθέας συνέβαλε αποφασιστικά στην απομυθοποίηση αυτών των παράξενων βόρειων εδαφών, που προκαλούσαν τόσο έντονα την φαντασία των Ελλήνων. Επιπλέον, στη σύγχρονη εποχή, παρέχει μια κλεφτή ματιά, έστω και αποσπασματική, σε έναν κόσμο που έχει χαθεί.

Βιβλιογραφία

αφαίρεση διαφημίσεων

διαφήμιση

σχετικά με το μεταφραστή

Christina Garila
Πρώην δημοσιογράφος και λάτρης της ιστορίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Μινωικό και τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό. Γοητεύεται από το πώς η πολιτιστική μας κληρονομιά μπορεί να προτείνει απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα.

σχετικά με το συγγραφέα

Thomas S. Garlinghouse
Ο Thomas S. Garlinghouse είναι αρχαιολόγος και ζει στην Σάντα Κρουζ της Καλιφόρνιας. Εργάζεται σε εταιρεία διαχείρισης πολιτιστικών πόρων (CRM) και ειδικεύεται στην Αρχαιοζωολογία.

Να αναφέρω αυτό το έργο

Στυλ APA

Garlinghouse, T. S. (2017, July 14). Περί Ωκεανού: Το περίφημο ταξίδι του Πυθέα [On the Ocean: The Famous Voyage of Pytheas]. (C. Garila, Μεταφραστής). World History Encyclopedia. Ανακτήθηκε από https://www.worldhistory.org/trans/el/2-1078/

Στυλ Σικάγο

Garlinghouse, Thomas S.. "Περί Ωκεανού: Το περίφημο ταξίδι του Πυθέα." Μετάφραση από Christina Garila. World History Encyclopedia. Τελευταία τροποποίηση July 14, 2017. https://www.worldhistory.org/trans/el/2-1078/.

Στυλ MLA

Garlinghouse, Thomas S.. "Περί Ωκεανού: Το περίφημο ταξίδι του Πυθέα." Μετάφραση από Christina Garila. World History Encyclopedia. World History Encyclopedia, 14 Jul 2017. Ιστός. 04 Aug 2021.