Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία

ορισμός

Joshua J. Mark
από , μεταφρασμένο από Athanasios Fountoukis
που δημοσιεύτηκε στο 30 June 2014
Διαθέσιμο σε άλλες γλώσσες: Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά
X
Assyrian Doorway Protective Spirit (by Mark Cartwright, CC BY-NC-SA)
Ασσυριακό Προστατευτικό Πνέυμα Πύλης
Mark Cartwright (CC BY-NC-SA)

Η Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία (912-612 π.Χ.) ήταν το τελευταίο στάδιο της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας, η οποία επεκτείνονταν στην Μεσοποταμία, τον Λεβάντα, την Αίγυπτο, την Ανατολία και σε περιοχές της Περσίας και της Αραβίας. Ξεκινώντας από τη βασιλεία του Αντάντ Νιράρι Β' (912-891 π.Χ.), οι νεοασσυριακοί βασιλιάδες έκαναν μεγάλες εδαφικές επεκτάσεις που είχαν ως αποτέλεσμα την δημιουργία της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας έως εκείνη την εποχή.

Eκείνη την εποχή oι Ασσύριοι διέθεταν την πιο αποτελεσματική πολεμική δύναμη στον κόσμο, ήταν οι πρώτοι που οπλίστηκαν με σιδερένια όπλα, η τακτική των οποίων τους έκανε ανίκητους στη μάχη. Οι πολιτικές τους έδωσαν επίσης τη μακρόχρονη φήμη της σκληρότητας και της αδίστακτης συμπεριφοράς, αν και αυτό έχει αμφισβητηθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς υποστηρίζεται πλέον ότι δεν ήταν ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο σκληροί από άλλες αρχαίες αυτοκρατορίες, όπως αυτή του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή της Ρώμης.

Οι βασιλείς της αυτοκρατορίας, όπως ο Τίγλαθ Πιλεσέρ Γ΄, ο Σαλμανέζερ Ε΄, ο Σαργών Β΄, ο Σενναχειρείμ και ο Εσαρχαντόν, αναφέρονται αρκετές φορές στη Βίβλο ως εχθροί των Ισραηλιτών, αν και οι επιγραφές των Ασσυρίων και τα βιβλία της Βίβλου διαφέρουν, μερικές φορές δραματικά, ως προς την εξέλιξη των γεγονότων μεταξύ των δύο "εθνών". Αυτό είναι πιο αξιοσημείωτο στις επιγραφές του Σενναχειρείμ σχετικά με την κατάκτηση της Ιουδαίας και την περιγραφή που δίνεται στο βιβλικό βιβλίο του Ησαΐα 37, στο Β΄ Χρονικών 32:21 και στο Β΄ Βασιλέων 18-19.

Για να διασφαλΙσει την ειρηνη, ο Εσαρχαδδων συνηψε σχεσεισ υποτελειας με τους Περσες και τους Μηδους, απαιτωντας να υποταχθουν εκ των προτερων στον διΑδοχο του, τον Ασουρμπανιπαλ.

Οι ίδιοι οι Ασσύριοι δεν αναφέρονταν σε αυτή τη φάση της αυτοκρατορίας τους ως "νεοασσυριακή", αλλά τη θεωρούσαν απλώς ως μια μετεξέλιξη της ιστορία τους. Η ιστορικός Gwendolyn Leick γράφει: "Σύμφωνα με τον κατάλογο των Ασσυρίων βασιλιάδων, δεν υπήρξε καμία διακοπή μεταξύ των ηγεμόνων των μέσων της δεύτερης χιλιετίας και εκείνων της πρώτης χιλιετίας" (126). Ο νεοασσυριακός είναι ένας σύγχρονος χαρακτηρισμός που επινοήθηκε από ιστορικούς και βασίζεται σε μια ερμηνεία αρχαίων επιγραφών που υποδηλώνουν μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο κυβερνιόταν πλέον η αυτοκρατορία.

Η ημερομηνία έναρξης αυτής της περιόδου είναι επίσης αμφισβητούμενη, καθώς ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι αρχίζει με "μια νέα διεκδικητικότητα μετά την πολιτική αναταραχή που σχετίζεται με τις αραμαϊκές εισβολές τον 12ο και 11ο αιώνα" (αποδίδοντας τις ημερομηνίες 934-610 π.Χ.), ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι αρχίζει με τη βασιλεία του Adad Nirari II το 912 π.Χ. (Leick, 126). Υπάρχουν ακόμη και άλλοι μελετητές που υποστηρίζουν ότι η πραγματική ίδρυση της αυτοκρατορίας αρχίζει με τον Τίγκλαθ Πιλεσέρ Γ΄ το 745 π.Χ. Η ίδια κατάσταση ισχύει και για το τέλος της περιόδου, καθώς ορισμένοι μελετητές αναφέρουν το τέλος της Νεοασσυριακής Αυτοκρατορίας το 612 π.Χ. με την πτώση του Ασούρ και της Νινευή, ενώ άλλοι υποστηρίζουν το 610 π.Χ. ως τελική ημερομηνία, επειδή όλες οι πόλεις είχαν καταστραφεί μέχρι τότε.

Η Φήμη της Αγριότητας

Η νεοασσυριακή αυτοκρατορία είναι η πιο γνωστή στους μελετητές της αρχαίας ιστορίας, καθώς είναι η περίοδος της μεγαλύτερης επέκτασης της αυτοκρατορίας και οι βασιλείς αυτής της περιόδου είναι αυτοί που αναφέρονται συχνότερα στη Βίβλο. Είναι επίσης η εποχή που δίνει πιο αποφασιστικά στην Ασσυριακή Αυτοκρατορία τη φήμη που έχει για την αδίστακτη και σκληρή συμπεριφορά της. Ο μελετητής Paul Kriwaczek γράφει:

Η Ασσυρία πρέπει σίγουρα να έχει από τις χειρότερες ανακοινώσεις στον Τύπο από οποιοδήποτε "κράτος" στην ιστορία. Μπορεί η Βαβυλώνα να είναι το παρατσούκλι της διαφθοράς, της παρακμής και της αμαρτίας, αλλά οι Ασσύριοι και οι διάσημοι ηγεμόνες τους, με τρομακτικά ονόματα όπως Σαλμανέσερ, Τιγλάθ-Πιλεσέρ, Σενναχειρείμ, Εσαρχαντόν και Ασουρμπανιπάλ, κατατάσσονται στη λαϊκή φαντασία λίγο κάτω από τον Αδόλφο Χίτλερ και τον Τζένγκις Χαν για τη σκληρότητα, τη βία και την απόλυτη δολοφονική αγριότητα. (208)

Η φήμη αυτή σημειώνεται περαιτέρω από τον ιστορικό Simon Anglim και άλλους. Ο Anglim γράφει:

Αν και οι ιστορικοί τείνουν να αποφεύγουν τις αναλογίες, είναι δελεαστικό να δούμε την Ασσυριακή Αυτοκρατορία, η οποία κυριάρχησε στη Μέση Ανατολή από το 900-612 π.Χ., ως ιστορικό πρόγονο της ναζιστικής Γερμανίας: ένα επιθετικό, δολοφονικά εκδικητικό καθεστώς που υποστηριζόταν από μια υπέροχη και επιτυχημένη πολεμική μηχανή. Όπως και ο γερμανικός στρατός του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο στρατός των Ασσυρίων ήταν ο πιο προηγμένος τεχνολογικά και δογματικά της εποχής του και αποτέλεσε πρότυπο για άλλους για πολλές γενιές μετά. Οι Ασσύριοι ήταν οι πρώτοι που έκαναν εκτεταμένη χρήση σιδερένιων όπλων. 'Οχι μόνο τα σιδερένια όπλα ήταν ανώτερα από τα χάλκινα, αλλά μπορούσαν να παράγονται μαζικά, επιτρέποντας τον εξοπλισμό πολύ μεγάλων στρατών. (12)

A Groom and Horses from Western Assyria
Ένας Ιπποκόμμος και Άλογα από την Δυτική Ασσυρία
Osama Shukir Muhammed Amin (Copyright)

Ενώ η φήμη για τις αποφασιστικές, αδίστακτες, στρατιωτικές τακτικές είναι κατανοητή, η σύγκριση με το ναζιστικό καθεστώς είναι λιγότερο κατανοητή. Σε αντίθεση με τους Ναζί, οι Ασσύριοι φέρθηκαν καλά στους κατακτημένους ανθρώπους που μετεγκατέστησαν και θα τους θεωρούσαν Ασσύριους μόλις θα υποτάσσονταν στην κεντρική εξουσία. Δεν υπήρχε η έννοια της "κυρίαρχης φυλής" στις πολιτικές των Ασσυρίων- όλοι θεωρούνταν πολύτιμοι για την αυτοκρατορία είτε είχαν γεννηθεί Ασσύριοι είτε είχαν αφομοιωθεί στον πολιτισμό. Ο Kriwaczek σημειώνει:

Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος των Ασσυρίων δεν ήταν πιο άγριος από αυτόν άλλων σύγχρονων κρατών. Ούτε, πράγματι, οι Ασσύριοι ήταν ιδιαίτερα σκληρότεροι από τους Ρωμαίους, οι οποίοι συνήθιζαν να γεμίζουν τους δρόμους τους με χιλιάδες θύματα των σταυρώσεων, οι οποίοι πέθαιναν επώδυνα. (209)

Η μόνη δίκαιη σύγκριση μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και των Ασσυρίων είναι η αποτελεσματικότητα και το μέγεθος του στρατού, και η ίδια σύγκριση θα μπορούσε να γίνει και με την αρχαία Ρώμη.

Αυτοί οι τεράστιοι στρατοί βρίσκονταν ακόμα στο μέλλον, ωστόσο, όταν ο πρώτος βασιλιάς της νεοασσυριακής αυτοκρατορίας ήρθε στην εξουσία, η άνοδος του βασιλιά Αντάντ Νιράρι Β' (περ. 912-891 π.Χ.) έφερε το είδος της αναγέννησης που χρειαζόταν η Ασσυρία εκείνη την εποχή. Οι Ασσύριοι είχαν χάσει εδάφη, κύρος και δύναμη μετά την κατάρρευση της Εποχής του Χαλκού (περ. 1200 π.Χ.) και τις εισβολές των Αραμαίων, των Αμορραίων και των λαών της θάλασσας. Ο Αντάντ Νιράρι Β΄ ανακατέλαβε τα εδάφη που είχαν χαθεί και εξασφάλισε τα σύνορα. Οι ηττημένοι Αραμαίοι εκτελέστηκαν ή απελάθηκαν σε περιοχές εντός της ενδοχώρας της Ασσυρίας και αφομοιώθηκαν στον πολιτισμό της.

Ο ίδιος κατέκτησε επίσης τη Βαβυλώνα, αλλά, μαθαίνοντας από τα λάθη του παρελθόντος (όπως όταν ο βασιλιάς Tukulti-Ninurta I λεηλάτησε τη Βαβυλώνα γύρω στο 1225 και δολοφονήθηκε γι' αυτό) αρνήθηκε να λεηλατήσει την πόλη. Αντίθετα, συνήψε ειρηνευτική συμφωνία με τον βασιλιά της, σύμφωνα με την οποία παντρεύτηκαν τις κόρες του άλλου και δεσμεύτηκαν αμοιβαία πίστη. Η συνθήκη τους θα εξασφάλιζε τη Βαβυλώνα ως έναν ισχυρό σύμμαχο, αντί για ένα μόνιμο πρόβλημα, για τα επόμενα 80 χρόνια.

Assyrian Siege
Ασσυριακή Πολιορκία
Jan van der Crabben (CC BY-NC-SA)

Στρατιωτική Επέκταση & η Αναθεώρηση του Θεού

Οι βασιλείς που ακολούθησαν τον Αντάντ Νιράρι Β' συνέχισαν την ίδια πολιτική και τη στρατιωτική επέκταση. Ο Τουκούτι Νινύρτα Β΄ (891-884 π.Χ.) επέκτεινε την αυτοκρατορία προς τα βόρεια και απέκτησε περαιτέρω εδάφη προς τα νότια στην Ανατολία, ενώ ο Ασουρνασίρπαλ Β΄ (884-859 π.Χ.) εδραίωσε την κυριαρχία στον Λεβάντε και επέκτεινε την ασσυριακή κυριαρχία μέσω της Χαναάν. Ο Ασουρνάσιρπαλ Β' μετέφερε την πρωτεύουσα από την Ασούρ στη νεόκτιστη πόλη Καλχού, την οποία στόλισε με πάνω από 41 είδη δέντρων που μετέφερε από τις εκστρατείες του.

Από αυτές τις εκστρατείες, μέσω των οποίων σημαντικά εδάφη είχαν κατακτηθεί, ήρθαν σκλάβοι οι οποίοι έχτισαν την Καλχού. Στη μάχη, είχε χρησιμοποιήσει την πιο συνηθισμένη μέθοδο επικράτησης των Ασσυρίων: την πολιορκία, η οποία ξεκινούσε με μια βάναυση επίθεση στην πόλη. Ο Anglim γράφει:

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο στρατός των Ασσυρίων διέπρεψε στις πολιορκίες και ήταν πιθανώς η πρώτη δύναμη που διέθετε ξεχωριστό σώμα μηχανικών... Η επίθεση ήταν η κύρια τακτική τους εναντίον των βαριά οχυρωμένων πόλεων της Εγγύς Ανατολής. Ανέπτυξαν μια μεγάλη ποικιλία μεθόδων για τη διάρρηξη των εχθρικών τειχών: χρησιμοποιούσαν σαπιοκάραβα για να υπονομεύσουν τα τείχη ή να ανάψουν φωτιές κάτω από τις ξύλινες πύλες, και ύψωναν ράμπες για να επιτρέπουν στους άνδρες να περνούν πάνω από τις επάλξεις ή να επιχειρούν διάρρηξη στο ανώτερο τμήμα του τείχους, όπου και ήταν λιγότερο παχύ. Οι κινητές σκάλες επέτρεπαν στους επιτιθέμενους να διασχίζουν τάφρους και να επιτίθενται γρήγορα σε οποιοδήποτε σημείο της άμυνας. Οι επιχειρήσεις αυτές καλύπτονταν από μάζες τοξοτών, οι οποίοι αποτελούσαν τον πυρήνα του πεζικού. Αλλά το καμάρι του ασσυριακού πολιορκητικού συρμού ήταν οι μηχανές του. Πρόκειται για πολυώροφους ξύλινους πύργους με τέσσερις τροχούς και έναν πύργο στην κορυφή και έναν, ή μερικές φορές δύο, πολιορκητικούς κριούς στη βάση. (186)

Η πρόοδος στη στρατιωτική τεχνολογία δεν ήταν η μόνη ή έστω η πρωταρχική συμβολή των Ασσυρίων, καθώς, κατά την ίδια περίοδο, σημείωσαν σημαντική πρόοδο στην ιατρική, βασιζόμενοι στα θεμέλια των Σουμέριων και αντλώντας από τις γνώσεις και τα ταλέντα όσων είχαν κατακτηθεί και αφομοιωθεί. Ο Ασουρνασίρπαλ Β' συνέταξε τους πρώτους συστηματικούς καταλόγους φυτών και ζώων στην αυτοκρατορία και έπαιρνε μαζί του σε εκστρατείες γραφείς για να καταγράφουν τα νέα ευρήματα.

Σχολεία ιδρύθηκαν σε όλη την αυτοκρατορία, αλλά ήταν μόνο για τους γιους των πλουσίων και των ευγενών. Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να φοιτούν σε σχολείο ή να κατέχουν θέσεις εξουσίας, παρόλο που, νωρίτερα στη Μεσοποταμία, οι γυναίκες απολάμβαναν σχεδόν ίσα δικαιώματα. Η μείωση των δικαιωμάτων των γυναικών συσχετίζεται με την άνοδο του ασσυριακού μονοθεϊσμού. Καθώς οι στρατοί των Ασσυρίων έκαναν εκστρατείες σε όλη τη χώρα, ο θεός τους, Ασούρ, πήγαινε μαζί τους. Αλλά, καθώς ο Ασούρ ήταν προηγουμένως συνδεδεμένος με τον ναό αυτής της νέας πόλης και λατρευόταν κι εκεί, ένας νέος τρόπος που θα φαντάζονταν τον θεό κατέστη απαραίτητος προκειμένου να συνεχιστεί η λατρεία του, αλλά και να επιστρατευτεί η βοήθειά του στις άλλες περιοχές. Ο Kriwaczek γράφει:

Κάποιος μπορούσε να προσευχηθεί στον Ασούρ όχι μόνο στον ναό της πόλης του, αλλά οπουδήποτε. Καθώς η ασσυριακή αυτοκρατορία επέκτεινε τα σύνορά της, ο Ασούρ συναντήθηκε ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα μέρη. Από την πίστη σε έναν πανταχού παρόντα θεό στην πίστη σε έναν μόνο θεό δεν είναι μεγάλο βήμα. Εφόσον ήταν παντού, οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι, κατά μία έννοια, οι τοπικές θεότητες ήταν απλώς διαφορετικές εκδηλώσεις του ίδιου Ασούρ. (231)

Αυτή η ενιαία θεώρηση μιας υπέρτατης θεότητας βοήθησε στην περαιτέρω ενοποίηση των περιοχών της αυτοκρατορίας. Οι διαφορετικοί θεοί των κατακτημένων λαών και οι διάφορες θρησκευτικές πρακτικές τους απορροφήθηκαν από τη λατρεία του Ασούρ- αναγνωρίστηκε ως ο ένας αληθινός θεός που στο παρελθόν είχε ονομαστεί με διαφορετικά ονόματα από διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά τώρα ήταν ακόμη πιο γνωστός και μπορούσε να λατρευτεί σωστά ως η "παγκόσμια" θεότητα. Σχετικά με αυτό, ο Kriwaczek γράφει:

Η πίστη στην υπερβατικότητα και όχι στην εμμένεια του θείου είχε σημαντικές συνέπειες. Η φύση είχε εκκοσμικευθεί. Εφόσον οι θεοί ήταν έξω και πάνω από τη φύση, η ανθρωπότητα -σύμφωνα με τη μεσοποταμιακή πίστη που δημιουργήθηκε κατ' ομοίωση των θεών και ως υπηρέτης των θεών- πρέπει να είναι επίσης έξω και πάνω από τη φύση. Αντί να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του φυσικου περιβάλλοντος, το ανθρώπινο γένος ήταν τώρα ανώτερό του και κυβερνήτης του. Η νέα στάση συνοψίζεται αργότερα στη Γένεση 1:26: "Και είπε ο Θεός: Ας κάνουμε τον άνθρωπο κατ' εικόνα μας, κατά το ομοίωμά μας- και ας έχει εξουσία επάνω στα ψάρια της θάλασσας και επάνω στα πουλιά του ουρανού και επάνω στα ζώα και επάνω σε όλη τη γη και επάνω σε κάθε ερπετό που σέρνεται επάνω στη γη." Όλα αυτά που αποσαφηνίστηκαν σε αυτό το απόσπασμα ήταν ευνοϊκά για τους άνδρες. Όμως για τις γυναίκες αποτελούσε μία ανυπέρβλητη δυσκολία. Ενώ οι άνδρες θα μπορούσαν να παραμυθιάζουν τον εαυτό τους και ο ένας τον άλλον ότι είναι έξω, πάνω και ανώτεροι από τη φύση, οι γυναίκες δεν θα μπορούσαν να αποστασιοποιηθούν με αυτόν τον τρόπο από αυτήν, γιατί η φυσιολογία τους τις καθιστά ξεκάθαρα και προφανής μέρος του φυσικού κόσμου... Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα οι θρησκείες δίνουν τη μεγαλύτερη έμφαση στην απόλυτη υπερβατικότητα του Θεού, και στην αδυναμία μας να φανταστούμε ακόμη και την πραγματικότητά Του, ενώ υποβιβάζουν τις γυναίκες σε ένα χαμηλότερο σκαλοπάτι της ύπαρξης τους, θέτοντας απρόθυμα τη συμμετοχή τους στη δημόσια θρησκευτική λατρεία. (229-230)

Ο ασσυριακός πολιτισμός απέκτησε μεγαλύτερη συνοχή με την επέκταση της αυτοκρατορίας, τη νέα κατανόηση της θεότητας και την αφομοίωση των ανθρώπων των κατεκτημένων περιοχών. Ο Σαλμανέζερ Γ΄ (859-824 π.Χ.) επέκτεινε την αυτοκρατορία μέχρι τις ακτές της Μεσογείου και έλαβε φόρο υποτέλειας από τις πλούσιες φοινικικές πόλεις Τύρο και Σιδώνα.

Νίκησε επίσης, τουλάχιστον προσωρινά, το αρμενικό βασίλειο της Ουράρτου, το οποίο είχε αποδειχθεί επί μακρόν σημαντική ενόχληση για τους Ασσύριους. Μετά τη βασιλεία του, ωστόσο, η αυτοκρατορία ξέσπασε σε εμφύλιο πόλεμο, καθώς ο βασιλιάς Σαμσί Αντάντ Ε΄ (824-811 π.Χ.) πάλευε με τον αδελφό του για τον έλεγχο. Αν και η εξέγερση καταπνίγηκε, η επέκταση της αυτοκρατορίας σταμάτησε μετά τον Σαλμανέζερ Γ΄.

Η αντιβασίλισσα Σαμμουραμάτ (γνωστή και ως Σεμίραμις που έγινε η μυθική θεά-βασίλισσα των Ασσυρίων στη μεταγενέστερη παράδοση) κράτησε το θρόνο για το νεαρό γιο της Αντάντ Νιράρι Γ΄ από το 811-806 π.Χ. περίπου και, στο διάστημα αυτό, εξασφάλισε τα σύνορα της αυτοκρατορίας και οργάνωσε επιτυχημένες εκστρατείες για την καταστολή των Μήδων και άλλων ενοχλητικών για τους Ασσυρίους πληθυσμών στο βορρά.

Όταν ο γιος της ενηλικιώθηκε, μπόρεσε να του παραδώσει μια σταθερή και ευμεγέθη αυτοκρατορία, την οποία ο Αντάντ Νιράρι Γ' στη συνέχεια επέκτεινε περαιτέρω. Μετά τη βασιλεία του, ωστόσο, οι διάδοχοί του προτίμησαν να στηριχθούν στα επιτεύγματα άλλων και η αυτοκρατορία εισήλθε σε άλλη μια περίοδο στασιμότητας. Αυτό ήταν ιδιαίτερα επιζήμιο για τον στρατό, ο οποίος μαράζωσε υπό βασιλείς όπως ο Ασούρ Νταν Γ' και ο Ασούρ Νιράρι Ε'.

Neo-Assyrian Empire
Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία
Ningyou (Public Domain)

Η Άνοδος της Νεοασσυριακής Αυτοκρατορίας

Η αυτοκρατορία αναζωογονήθηκε από τον Τίγκλαθ Πιλεσέρ Γ΄ (745-727 π.Χ.), ο οποίος αναδιοργάνωσε τον στρατό και αναδιάρθρωσε τη γραφειοκρατία της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον Anglim:

ο Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ΄ "πραγματοποίησε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις του στρατού, επανέφερε τον κεντρικό έλεγχο της αυτοκρατορίας, ανακατέλαβε τη μεσογειακή ακτή και υπέταξε ακόμη και τη Βαβυλώνα. Αντικατέστησε την επιστράτευση με μια εισφορά ανθρώπινου δυναμικού που επιβλήθηκε σε κάθε επαρχία και απαίτησε επίσης αποσπάσματα από τα υποτελή κράτη (14).

Νίκησε επίσης το βασίλειο της Ουράρτου, το οποίο είχε αναστηθεί και πάλι για να προβληματίσει τους Ασσύριους ηγεμόνες, και υπέταξε την περιοχή της Συρίας. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, η νεοασσυριακή αυτοκρατορία αρχίζει στην πραγματικότητα με τον Τίγκλαθ Πιλεσέρ Γ΄. Ο Leick, για παράδειγμα, γράφει:

Την περίοδο μεταξύ του 745 και του 705 π.Χ., η Ασσυριακή Αυτοκρατορία πήρε σάρκα και οστά. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα όχι μόνο της ανανεωμένης στρατιωτικής επέκτασης αλλά και των νέων διοικητικών δομών που εξασφάλιζαν πολύ αυστηρότερο πολιτικό και φορολογικό έλεγχο" (127).

Υπό τη βασιλεία του Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ΄, ο στρατός των Ασσυρίων έγινε η πιο αποτελεσματική, μέχρι τότε, στρατιωτική δύναμη στην ιστορία και θα αποτελούσε πρότυπο για τους μελλοντικούς στρατούς όσον αφορά την οργάνωση, την τακτική, την εκπαίδευση και την αποτελεσματικότητα.

Τον Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ' ακολούθησε ο Σαλμανέζερ Ε' (727-722 π.Χ.), ο οποίος συνέχισε την πολιτική του βασιλιά, αλλά δεν ήταν τόσο αποτελεσματικός στις στρατιωτικές εκστρατείες. Ο διάδοχός του, ο Σαργών Β΄ (722-705 π.Χ.), ήταν ένας λαμπρός στρατιωτικός ηγέτης και διαχειριστής που επέκτεινε την αυτοκρατορία περισσότερο από οποιονδήποτε προγενέστερο του βασιλιά. Παρόλο που η διακυβέρνηση του Σαργκόν Β' αμφισβητήθηκε από ευγενείς που ισχυρίζονταν ότι είχε καταλάβει το θρόνο παράνομα, διατήρησε τη συνοχή της αυτοκρατορίας, επέκτεινε τα σύνορα, βελτίωσε τη νομοθεσία και τη διοίκηση και διατήρησε γεμάτο το βασιλικό θησαυροφυλάκιο μέσω των κατακτήσεών του.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ΄, ο Σαργών Β΄ κατάφερε να φέρει την αυτοκρατορία στο μεγαλύτερο πολιτικό και στρατιωτικό της ύψος. Ο Σαργών Β' ίδρυσε τη δυναστεία των Σαργονιδών, η οποία θα κυβερνούσε την Ασσυριακή Αυτοκρατορία μέχρι την πτώση της.

Η Δυναστεία των Σαργονιδών

Τον Σαργών Β' ακολούθησε ο γιος του Σενναχειρείμ (705-681 π.Χ.), ο οποίος έκανε ευρείες και αδίστακτες εκστρατείες, κατακτώντας το Ισραήλ, την Ιουδαία και τις ελληνικές επαρχίες στην Ανατολία. Η πολιορκία της Ιερουσαλήμ περιγράφεται λεπτομερώς στο "Πρίσμα του Τέιλορ", ένα σφηνοειδές μπλοκ που περιγράφει τα στρατιωτικά κατορθώματα του Σενναχειρείμ, το οποίο ανακαλύφθηκε το 1830 μ.Χ. από τον Βρετανό συνταγματάρχη Τέιλορ, στο οποίο ισχυρίζεται ότι κατέλαβε 46 πόλεις και παγίδευσε τον λαό της Ιερουσαλήμ μέσα στην πόλη μέχρι να τον κατατροπώσει.

Η αφήγησή του αμφισβητείται, ωστόσο, από την εκδοχή των γεγονότων που περιγράφονται στο βιβλικό βιβλίο Β΄ Βασιλέων, κεφάλαια 18-19, Β΄ Χρονικών 32:21 και Ησαΐας 37, όπου υποστηρίζεται ότι η Ιερουσαλήμ σώθηκε με θεϊκή παρέμβαση και ο στρατός του Σενναχειρείμ εκδιώχθηκε από το πεδίο της μάχης. Ωστόσο, η βιβλική αφήγηση αναφέρεται στην ασσυριακή κατάκτηση της περιοχής.

Sargon II and Sennacherib
Σαργών Β' και Σενναχειρείμ
Osama Shukir Muhammed Amin (Copyright)

Οι στρατιωτικές νίκες του Σενναχειρείμ αύξησαν τον πλούτο της αυτοκρατορίας περισσότερο από ό,τι είχε επιτύχει ο Σαργών Β', παρόλο που η βασιλεία του αμαυρώθηκε από συνεχείς στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον της Βαβυλώνας και των Ελαμιτών. Μετέφερε την πρωτεύουσα από την πόλη Ντουρ-Σαρρουκίν του Σαργών στη Νινευή και έχτισε αυτό που ήταν γνωστό ως "το παλάτι δίχως αντίπαλο". Ομόρφυνε και βελτίωσε την αρχική δομή της πόλης, φυτεύοντας οπωρώνες και κήπους. Ο ιστορικός Κρίστοφερ Σκάρρε γράφει,

Το παλάτι του Σενναχειρείμ διέθετε όλα τα συνήθη εξαρτήματα μιας μεγάλης ασσυριακής κατοικίας: κολοσσιαίες μορφές προστατών και εντυπωσιακά σκαλισμένα πέτρινα ανάγλυφα (πάνω από 2.000 γλυπτές πλάκες σε 71 δωμάτια). Οι κήποι του, επίσης, ήταν εξαιρετικοί. Πρόσφατη έρευνα της Βρετανίδας Ασσυριολόγου Stephanie Dalley υπέδειξε ότι πρόκειται για τους περίφημους κρεμαστούς κήπους, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Μεταγενέστεροι συγγραφείς τοποθέτησαν τους Κρεμαστούς Κήπους στη Βαβυλώνα, αλλά η εκτεταμένη έρευνα απέτυχε να βρει οποιοδήποτε ίχνος τους. Η περήφανη περιγραφή του Σενναχειρείμ για τους κήπους του παλατιού που δημιούργησε στη Νινευή ταιριάζει με εκείνη των Κρεμαστών Κήπων σε αρκετές σημαντικές λεπτομέρειες. (231)

Ωστόσο, η Βαβυλώνα αποτελούσε ένα επίμονο πρόβλημα καθ' όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Σενναχειρείμ και τελικά κουράστηκε να ασχολείται μαζί της. Αγνοώντας τα διδάγματα του παρελθόντος και μη αρκούμενος στον μεγάλο του πλούτο και την πολυτέλεια της πόλης, ο Σενναχειρείμ οδήγησε τον στρατό του εναντίον της Βαβυλώνας, και την λεηλάτησε όπως και τους ναούς της. Όπως και νωρίτερα στην ιστορία με τον Τουκουλτί-Νινούρτα Α΄ (1244-1208 π.Χ.), η λεηλασία και η καταστροφή των ναών της Βαβυλώνας θεωρήθηκε το αποκορύφωμα της ιεροσυλίας από τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και από τους γιους του Σενναχειρείμ, οι οποίοι τον δολοφόνησαν στο παλάτι του στη Νινευή για να κατευνάσουν την οργή των θεών.

Ο Σενναχειρείμ είχε επιλέξει τον νεότερο γιο του, τον Εσαρχαντόν, για διάδοχό του το 683 π.Χ. και αυτό δεν άρεσε στα μεγαλύτερα αδέλφια του. Αν και το κίνητρό τους για τη δολοφονία του πατέρα τους θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η επιθυμία τους για εξουσία (και να κόψουν τις ελπίδες του νεότερου αδελφού τους για το στέμμα), θα χρειάζονταν κάποιου είδους δικαιολογία για την πράξη τους, και η λεηλασία της Βαβυλώνας από τον πατέρα τους παρείχε την εκλογίκευση.

Ο γιος του Σενναχειρείμ, ο Εσαρχανδών (681-669 π.Χ.), κατέλαβε το θρόνο, νίκησε τις φατρίες του αδελφού του σε έναν εμφύλιο πόλεμο έξι εβδομάδων και στη συνέχεια εκτέλεσε τις οικογένειες του αδελφού του, τους συνεργάτες του και όποιον είχε στραφεί εναντίον του. Με την κυριαρχία του πλέον εξασφαλισμένη, ένα από τα πρώτα του σχέδια ήταν η ανοικοδόμηση της Βαβυλώνας. Εξέδωσε επίσημη διακήρυξη που υποστήριζε ότι η Βαβυλώνα είχε καταστραφεί με τη θέληση των θεών λόγω της κακίας της πόλης και της έλλειψης σεβασμού προς τα θεία.

Πουθενά στη διακήρυξή του δεν αναφέρεται ο Σενναχειρείμ ή ο ρόλος του στην καταστροφή της πόλης, αλλά καθιστά σαφές ότι οι θεοί επέλεξαν τον Εσαρχαδών ως το θεϊκό μέσο για την αποκατάσταση της:

"Κάποτε κατά τη διάρκεια της βασιλείας ενός προηγούμενου ηγεμόνα υπήρξαν κακοί οιωνοί. Η πόλη προσέβαλε τους θεούς της και καταστράφηκε κατόπιν εντολής τους. Επέλεξαν εμένα, τον Εσαρχανδών, για να επαναφέρω τα πάντα στη θέση που τους αρμόζει, να κατευνάσω και να απαλύνω την οργή τους".

Η αυτοκρατορία άκμασε υπό τη βασιλεία του. Κατέκτησε με επιτυχία την Αίγυπτο, κάτι που είχε προσπαθήσει να κάνει ο Σενναχειρείμ και απέτυχε (επειδή, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ΙΙ.141, ποντίκια των αγρών έφαγαν τις χορδές των τόξων τα οποία ανήκαν στους τοξότες του Σενναχειρείμ, αλλά και τις φαρέτρες και τα λουριά των ασπίδων τους τη νύχτα πριν από τη μάχη). Ο Εσαρχαδών καθιέρωσε τα σύνορα της αυτοκρατορίας μέχρι τα βόρεια των βουνών Ζάγκρος (σημερινό Ιράν) και μέχρι τη Νουβία (σημερινό Σουδάν) με έκταση που περιλάμβανε τον Λεβάντε (σημερινό Λίβανο έως Ισραήλ) μέσω της Ανατολίας (Τουρκία).

Οι επιτυχημένες στρατιωτικές εκστρατείες του και η προσεκτική διατήρηση της κυβέρνησης παρείχαν τη σταθερότητα για την πρόοδο της ιατρικής, του αλφαβητισμού, των μαθηματικών, της αστρονομίας, της αρχιτεκτονικής και των τεχνών. Ο Ντουράντ γράφει:

Στον τομέα της τέχνης, η Ασσυρία εξισώθηκε με την προϊσταμένη της Βαβυλώνα την οποία και ξεπέρασε. Υποκινούμενοι από την εισροή πλούτου στην Ασούρ, το Καλάχ και τη Νινευή, καλλιτέχνες και τεχνίτες άρχισαν να παράγουν -για τους ευγενείς και τις κυρίες τους, για τους βασιλείς και τα παλάτια, για τους ιερείς και τους ναούς- κοσμήματα κάθε είδους, χυτό μέταλλο τόσο επιδέξια σχεδιασμένο και λεπτοδουλεμένο όπως στις μεγάλες πύλες της Μπαλαουάτ, και πολυτελή έπιπλα από πλούσια σκαλιστά και δαπανηρά ξύλα ενισχυμένα με μέταλλο και επενδυμένα με χρυσό, ασήμι, χαλκό ή πολύτιμους λίθους. (278)

Προκειμένου να εξασφαλίσει την ειρήνη, ο Εσαρχαδδών συνήψε σχέσεις υποτελείας με τους Πέρσες και τους Μήδους, απαιτώντας τους να υποταχθούν εκ των προτέρων στον διάδοχό του. Περαιτέρω, η μητέρα του Εσαρχαδδών, Ζακούτου (περ. 701-668 π.Χ.), εξέδωσε επίσης ένα διάταγμα, γνωστό ως την Συνθήκη της Πίστης της Νακίας-Ζακούτου, που υποχρέωνε την ασσυριακή αυλή και τα υποτελή εδάφη να αποδεχθούν τον Ασουρμπανιπάλ ως βασιλιά και να υποστηρίξουν τη βασιλεία του.

Αυτό εξασφάλισε την εύκολη μεταβίβαση της εξουσίας όταν ο Εσαρχαδδών πέθανε προετοιμάζοντας εκστρατεία κατά των Νούβιων, με την εξουσία να περνά στον τελευταίο μεγάλο βασιλιά των Ασσυρίων, τον Ασουρμπανιπάλ (668-627 π.Χ.). Ο Ασουρμπανιπάλ ήταν ο πιο γραμματισμένος από τους Ασσύριους ηγεμόνες και είναι ίσως πιο γνωστός στη σύγχρονη εποχή για την τεράστια βιβλιοθήκη που συγκέντρωσε στο παλάτι του στη Νινευή.

Αν και μεγάλος προστάτης των τεχνών και του πολιτισμού, ο Ασουρμπανιπάλ μπορούσε να είναι εξίσου αδίστακτος με τους προκατόχους του για την εξασφάλιση της αυτοκρατορίας και τον εκφοβισμό των εχθρών του. Ο Kriwaczek γράφει:

Ποιος άλλος ιμπεριαλιστής θα είχε παραγγείλει, όπως ο Ασουρμπανιπάλ, για το παλάτι του ένα γλυπτό διακοσμημένο με τον ίδιο και τη σύζυγό του να δειπνούνε στον κήπο τους, με το κομμένο κεφάλι και χέρι του βασιλιά του Ελάμ να κρέμονται εκατέρωθεν από τα δέντρα , σαν φρικιαστικά χριστουγεννιάτικα μπιχλιμπίδια ή παράξενα φρούτα; (208).

Νίκησε αποφασιστικά τους Ελαμίτες, ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Αιγύπτου από τον πατέρα του και επέκτεινε περαιτέρω την αυτοκρατορία προς τα ανατολικά και τα βόρεια. Αναγνωρίζοντας τη σημασία της διατήρησης του παρελθόντος, έστειλε στη συνέχεια απεσταλμένους σε κάθε σημείο των εδαφών που ήταν υπό τον έλεγχό του και τους έβαλε να ανακτήσουν ή να αντιγράψουν τα βιβλία της συγκεκριμένης πόλης ή κωμόπολης, φέρνοντας τα όλα πίσω στη Νινευή για τη βασιλική βιβλιοθήκη. Αν και δεν ήταν ο πρώτος βασιλιάς που συνέλεγε βιβλία, ήταν ο πρώτος που έθεσε τη συλλογή αυτή ως προτεραιότητα.

Assyrian Lion Hunt Relief
Κυνήγι Λιονταριού σε Ασσυριακό Ανάγλυφο
Jan van der Crabben (Photographer) (Copyright)

Παρακμή και Πτώση

Ο Ασουρμπανιπάλ κυβέρνησε την αυτοκρατορία για 42 χρόνια και, στο διάστημα αυτό, πραγματοποίησε επιτυγχημένες εκστρατείες και κυβέρνησε αποτελεσματικά. Ωστόσο, η αυτοκρατορία είχε μεγαλώσει υπερβολικά και οι περιοχές υπερφορολογούνταν. Επιπλέον, η απέραντη επικράτεια της Ασσυρίας καθιστούσε δύσκολη την υπεράσπιση των συνόρων. Όσο μεγάλος σε αριθμό και αν παρέμενε ο στρατός, δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες για να διατηρήσουν φρουρά σε κάθε σημαντικό οχυρό ή φυλάκιο.

Όταν ο Ασουρμπανιπάλ πέθανε το 627 π.Χ., η αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει. Οι διάδοχοί του Ashur-etli-Ilani και Sin-Shar-Ishkun δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα εδάφη ενωμένα και οι περιοχές άρχισαν να αποσπώνται. Η διακυβέρνηση της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας θεωρήθηκε υπερβολικά σκληρή από τους υπηκόους της, παρά τις όποιες εξελίξεις και πολυτέλειες παρείχε η ιδιότητα του Ασσύριου πολίτη, και τα πρώην υποτελή κράτη εξεγέρθηκαν.

Το 612 π.Χ. η Νινευή λεηλατήθηκε και κάηκε από συνασπισμό Βαβυλωνίων, Περσών, Μήδων και Σκυθών, μεταξύ άλλων (όπως και η Ασούρ και οι άλλες πόλεις των Ασσυρίων). Η καταστροφή του παλατιού έφερε τα φλεγόμενα τείχη πάνω στη βιβλιοθήκη του Ασουρμπανιπάλ και, έτσι, αν και καταλάθος, διατηρήθηκε η μεγάλη βιβλιοθήκη και η ιστορία των Ασσυρίων, μέσω του "ψησίματος" και έπειτα του θαψίματος των βιβλίων με τις πήλινες πινακίδες. Ο Kriwaczek γράφει:

"Έτσι οι εχθροί της Ασσυρίας απέτυχαν τελικά να εκτελέσουν τον στόχο τους όταν ισοπέδωσαν την Ασούρ και τη Νινευή το 612 π.Χ., μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Ασουρμπανιπάλ: το σβήσιμο της θέσης της Ασσυρίας στην ιστορία" (255).

Παρόλα αυτά, η καταστροφή των μεγάλων ασσυριακών πόλεων ήταν τόσο πλήρης ώστε, μέχρι και δύο γενιές μετά από την πτώση της αυτοκρατορίας, κανείς δεν γνώριζε πού βρίσκονταν οι πόλεις. Τα ερείπια της Νινευή καλύφθηκαν από την άμμο και έμειναν θαμμένα για τα επόμενα 2.000 χρόνια.

Οι Ασσύριοι έμειναν στη μνήμη, ωστόσο, λόγω των καταγραφών των Ελλήνων και των Ρωμαίων συγγραφέων, αλλά και λόγω της αναφοράς τους στη Βίβλο. Το αρχαιολογικό ενδιαφέρον για τη Μεσοποταμία τροφοδοτήθηκε τον 19ο αιώνα μ.Χ. από την επιθυμία να επιβεβαιωθούν οι βιβλικές αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης με ιστορικά στοιχεία. Οι Ασσύριοι, οι οποίοι ήταν κύριοι της γης στην εποχή τους, έπαιξαν και πάλι σημαντικό ρόλο στην ιστορία στρέφοντας την προσοχή των αρχαιολόγων και των μελετητών στην περιοχή της Μεσοποταμίας, όπου τελικά αποκαλύφθηκε το σύνολο του μεσοποταμιακού πολιτισμού.

Πριν από τον 19ο αιώνα μ.Χ., οι Σουμέριοι ήταν άγνωστοι, όπως και πολλοί από τους μύθους, τους θρύλους και τα ιστορικά γεγονότα που αναγνωρίζονται σήμερα ως τόσο σημαντικά. Αυτές οι ιστορίες είναι διαθέσιμες στους σημερινούς αναγνώστες λόγω της διατήρησης των βιβλίων. Οι πήλινες πινακίδες που ανακαλύφθηκαν κάτω από τα τείχη της Νινευή και αλλού αποκάλυψαν στον σύγχρονο κόσμο τους μύθους, τους θρύλους και τις ιστορίες των ανθρώπων της Μεσοποταμίας και, με την ανακάλυψή τους, παρείχαν μια νέα κατανόηση της παγκόσμιας ιστορίας και του πολιτισμού.

Ερωτήσεις & απαντήσεις

Ποια ήταν η Νεοασσρυιακή Αυτοκρατορία;

Η Νεοασσρυιακή Αυτοκρατορία (912-612 π.Χ.) ήταν το τελευταίο στάδιο της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας πριν από την πτώση της.

Γιατί ονομάζεται Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία;

Ο όρος "Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία" είναι ένας σύγχρονος χαρακτηρισμός για τη διαφοροποίηση του τελευταίου σταδίου της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας από τα προηγούμενα στάδια. Ονομάζεται έτσι επειδή οι μελετητές πιστεύουν ότι οι βασιλείς αυτής της περιόδου χρησιμοποίησαν νεότερες μεθόδους διακυβέρνησης και πολέμου από ό,τι προηγουμένως.

Γιατί είναι διάσημη η Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία;

Η Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία είναι διάσημη για τους βασιλιάδες της, όπως ο Σαργών Β', ο Σενναχειρείμ, ο Εσαρχαδδών και ο Ασουρμπανιπάλ, οι οποίοι ήταν γνωστοί για τις στρατιωτικές τους νίκες, τα οικοδομικά τους έργα και την πολιτιστική τους πρόοδο, καθώς και για την αναφερόμενη σκληρότητα και αδίστακτη συμπεριφορά τους απέναντι στους εχθρούς.

Γιατί έπεσε η Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία;

Η νεοασσυριακή αυτοκρατορία έπεσε επειδή είχε γίνει πολύ μεγάλη για να διατηρηθεί και επειδή οι διάδοχοι του Ασουρμπανιπάλ ήταν αναποτελεσματικοί κυβερνήτες. Επαναστατημένα κράτη εντός της αυτοκρατορίας αποσχίστηκαν μετά το 627 π.Χ. και οι ασσυριακές πόλεις λεηλατήθηκαν και κάηκαν το 612 π.Χ.

σχετικά με το μεταφραστή

Athanasios Fountoukis
Ένας ιστορικός, ο οποίος απέκτησε πτυχίου στην Ιστορία και Εθνολογία στην Ελλάδα και μεταπτυχιακό στην Αρχαία Ιστορία στην Ολλανδία. Βρίσκει ενδιαφέρουσα την ιστορία των ναυτιλιακών και νομαδικών κουλτουρών.

σχετικά με το συγγραφέα

Joshua J. Mark
Ανεξάρτητος συγγραφέας και πρώην καθηγητής Φιλοσοφίας μερικής απασχόλησης στο Marist College της Ν. Υόρκης. Ο Joshua J. Mark έχει ζήσει στην Ελλάδα και τη Γερμανία και έχει ταξιδέψει εκτενώς στην Αίγυπτο. Έχει διδάξει ιστορία, έκθεση, λογοτεχνία, και φιλοσοφία σε πανεπιστημιακό επίπεδο.

Αναφέρετε αυτή την εργασία

Στυλ APA

Mark, J. J. (2014, June 30). Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία [Neo-Assyrian Empire]. (A. Fountoukis, Μεταφραστής). World History Encyclopedia. Ανακτήθηκε από https://www.worldhistory.org/trans/el/1-11225/

Στυλ Σικάγο

Mark, Joshua J.. "Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία." Μεταφράστηκε από Athanasios Fountoukis. World History Encyclopedia. Τελευταία τροποποίηση June 30, 2014. https://www.worldhistory.org/trans/el/1-11225/.

Στυλ MLA

Mark, Joshua J.. "Νεοασσυριακή Αυτοκρατορία." Μεταφράστηκε από Athanasios Fountoukis. World History Encyclopedia. World History Encyclopedia, 30 Jun 2014. Ιστοσελίδα. 12 Jun 2024.