Αγγείο με οκτώσχημες λαβές - ονομάστηκε έτσι από το χαρακτηριστικό σχήμα των λαβών του, προερχόμενο από τον μινωικό πολιτισμό.
Αλάβαστρο (πληθ. αλάβαστρα) - μικρό αποθηκευτικό αγγείο αρωμάτων που οφείλει την ονομασία του στο υλικό (αλάβαστρο) από το οποίο κατασκευάστηκαν τα πρώτα δείγματα. Αυτά συχνά μεταφέρονταν με λεπτό σχοινί τυλιγμένο σε θηλιά γύρω από τον λαιμό του αγγείου.
Αλάβαστρο, πεπλατυσμένο - πεπλατυσμένο μικρό αγγείο για τη διατήρηση κρεμών και θεραπευτικών αλοιφών, το οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μινωική Κρήτη και ήταν δημοφιλές κατά τη μυκηναϊκή περίοδο. Τα πρώτα αγγεία τέτοιου τύπου κατασκευάζονταν από αλάβαστρο, από το οποίο αντλούν και την ονομασία τους.
Αμφορέας (πληθ. αμφορείς) - ένας από τους πιο συνηθισμένους μορφολογικούς τύπους της ελληνικής κεραμικής, σε διάφορα σχήματα, πάντα με δύο κατακόρυφες λαβές στον λαιμό, για τη διατήρηση και τη μεταφορά λαδιού, κρασιού και τροφίμων, όπως ελιές. Συχνά έφεραν πώμα, αν και αυτά σπάνια έχουν διασωθεί.
Αμφορέας με διακριτό λαιμό - αμφορέας όπου ο λαιμός ενώνεται με τον ώμο του αγγείου σε οξεία γωνία.
Ασκός (πληθ. ασκοί) - ονομάστηκε έτσι λόγω της ομοιότητάς του με τον ασκό κρασιού. Ο στενός λαιμός υποδηλώνει ότι χρησίμευε για τη μετάγγιση μικρών ποσοτήτων υγρού, όπως λαδιού, μελιού και ξιδιού.
Αστράγαλος (πληθ. αστράγαλοι) - αγγείο σε σχήμα αστραγάλου (κότσι) από το οποίο πήρε και το όνομά του. Πιθανώς χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση αστραγάλων προβάτων, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως παιχνίδια ή ζάρια.
Βασιλικής, διακοσμητικός ρυθμός - ο πρώτος ιδιαίτερος μινωικός ρυθμός διακόσμησης κεραμικής ο οποίος χρησιμοποιεί κηλιδώδη ερυθρά και μελανά χρώματα (περ. 2600-2000 π.Κ.Ε). Ονομάστηκε έτσι από την τοποθεσία (Βασιλική Λασιθίου) όπου ανασκάφηκαν τα πρώτα δείγματα.
Γεωμετρικός διακοσμητικός ρυθμός - η χρήση απλών σχημάτων και γραμμών, και αργότερα σχηματοποιημένων μορφών ζώων και ανθρώπων (900 – 600 π.Κ.Ε).
Δίνος (πληθ. δίνοι) - μεγάλο δοχείο με στρογγυλεμένο πυθμένα, χωρίς λαβές, που χρησίμευε για την ανάμειξη κρασιού με νερό. Συνήθως τοποθετούνταν σε κεραμική βάση ή μεταλλικό τρίποδα.
Εγχάραξη (Graffito, πληθ. graffiti) - σημείο χαραγμένο στο αγγείο (συνήθως κάτω από τη βάση), συχνότερα γράμματα ή αριθμοί, αλλά μερικές φορές λέξεις και σύντομες φράσεις. Μπορεί να υποδεικνύουν τιμές, εμπορικά σήματα ή ιδιοκτησία. Παρόμοια σημεία, τα οποία όμως είναι ζωγραφισμένα κι όχι χαραγμένα, ονομάζονται ντιπίντο (dipinto).
Ελικωτός κρατήρας - κρατήρας όπου τα ανώτερα τμήματα των λαβών σχηματίζουν έλικα (σπειροειδές διακοσμητικό κυμάτιο). Φέρει πιο συχνά διακόσμηση στον ερυθρόμορφο ρυθμό.
Εξάλειπτρο (πληθ. εξάλειπτρα) - αγγείο για τη διατήρηση φίνου ελαίου ή αρώματος, με εσωτερικό χείλος που εμπόδιζε τη διαρροή και συνήθως με πώμα. Παραστάσεις σε αγγεία τα παρουσιάζουν σε πλαίσιο γυναικείου λουτρού ή ταφικών τελετών. Γνωστό και ως κώθων.
Επίνητρο (πληθ. επίνητρα) - ημικυλινδρικό εξάρτημα που εφάρμοζε στον μηρό, με το κλειστό άκρο πάνω από το γόνατο, και χρησίμευε για την προετοιμασία του μαλλιού για ύφανση. Η επάνω επιφάνεια ήταν συχνά χαραγμένη για να δημιουργεί μια τραχιά επιφάνεια τριβής. Συχνά έφερε γυναικεία κεφαλή στο κλειστό άκρο.
Ερυθρόμορφος διακοσμητικός ρυθμός (περίπου από το 530 π.Κ.Ε.). Αντικαθιστώντας τον παλαιότερο μελανόμορφο ρυθμό, τα αγγεία βάφονταν μελανά (μαύρα), αφήνοντας τις άβαφες μορφές στο ερυθρό χρώμα του αρχικού πηλού. Στη συνέχεια, γινόταν προσθήκη λεπτομερειών στις μορφές με λεπτό πινέλο. Στο πλαίσιο αυτού του ρυθμού καταβλήθηκε πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για ρεαλιστική απόδοση και χρήση προοπτικής.
Θαλάσσιος διακοσμητικός ρυθμός - συναντάται στη μινωική και μυκηναϊκή κεραμική με την απεικόνιση της θαλάσσιας ζωής, κυρίως χταποδιών, θαλάσσιων αργοναυτών (κεφαλόποδα) και οστρακοειδών (περίπου από το 1600 π.Κ.Ε).
Ιχθυοπινάκιο - αβαθές πιάτο με χαμηλή βάση (πόδι) που χρησίμευε για το σερβίρισμα ψαριών και θαλασσινών. Μια κεντρική κοιλότητα συγκέντρωνε το περιττό λάδι. Κατασκευάζονταν από τον 4ο αιώνα π.Κ.Ε και ήταν δημοφιλή στην Αττική και τη Μεγάλη Ελλάδα (Νότια Ιταλία). Συνήθως ήταν διακοσμημένα με ψάρια και θέματα θαλάσσιας ζωής. Τα ψάρια στα αττικά πινάκια ήταν σχεδόν πάντα με την κοιλιά τους στραμμένη προς το εξωτερικό χείλος, ενώ στα ιχθυοπινάκια από τη νότια Ιταλία η κοιλιά των ψαριών ήταν στραμμένη προς το κέντρο του πινακίου.
Καλυκωτός κρατήρας - κρατήρας με σώμα σε σχήμα κάλυκα άνθους, συνήθως με κλιμακωτή βάση.
Καμαραϊκός διακοσμητικός ρυθμός - πολυποίκιλτος διακοσμητικός ρυθμός του μινωικού πολιτισμού, ο οποίος χρησιμοποιούσε πρωτοποριακά σχέδια σε ερυθρό ή λευκό χρώμα πάνω σε μελανό φόντο (περ. 2000 – 1700 π.Κ.Ε). (σημ. δείγματα βρέθηκαν στο σπήλαιο Καμαρών της Ίδης).
Κάνθαρος (πληθ. κάνθαροι) - αγγείο πόσης με δύο μεγάλες κάθετες λαβές και βάση με ψηλό στέλεχος.
Kερτς (Kerch), διακοσμητικός ρυθμός - οφείλει την ονομασία του στην τοποθεσία (σημ. αρχαίο Παντικάπαιον, Εύξεινος Πόντος), όπου βρέθηκαν πολλά δείγματα κοσμημένα με χαρακτηριστικές επίχρυσες λεπτομέρειες σε χαμηλό ανάγλυφο. Η αρχική προέλευσή τους ήταν από την Αθήνα.
Κιονωτός κρατήρας - τύπος κρατήρα (αγγείο ανάμειξης οίνου και ύδατος), δημοφιλής στον μελανόμορφο ρυθμό, όπου κάθε λαβή υποστηρίζεται από έναν κατακόρυφο «κίονα» μικρού ύψους.
Κοσμήτης - διακοσμητικά σχέδια και φυτικά μοτίβα που προστίθενται στη βάση, το χείλος, τις λαβές και τα περιθώρια των αγγείων. Τα άνθη λωτού, τα ανθέμια (σχηματοποιημένα φύλλα φοίνικα), ο κισσός, ο μαίανδρος, οι ακτίνες, οι γλωσσίδες και οι ρόδακες ήταν τα πιο δημοφιλή.
Κρατήρας (πληθ. κρατήρες) - μεγάλο αγγείο με δύο λαβές, το οποίο χρησίμευε για την ανάμειξη νερού και οίνου, συνήθως σε αναλογία 3:1 ή 5:3.
Κύαθος (πληθ. κύαθοι) - αγγείο σε μορφή κουτάλας (αρύταινα), το οποίο χρησίμευε για τη μετάγγιση (σερβίρισμα) του οίνου.
Κύλιξ (πληθ. κύλικες) - κύπελλο με δύο οριζόντιες λαβές και ψηλό στέλεχος, το οποίο χρησίμευε για την οινοποσία. Αποτελεί ένα από τα πιο κοινά σχήματα στην ελληνική κεραμική, με περισσότερες από 30 παραλλαγές.
Κωδωνόσχημος κρατήρας - ιδιαίτερη μορφή κρατήρα με σώμα που μοιάζει με αναποδογυρισμένη καμπάνα (κώδωνας). Οι λαβές είναι τοποθετημένες ψηλά στο αγγείο και η βάση είναι διαβαθμισμένη (κλιμακωτή).
Λέβης, γαμικός (πληθ. γαμικοί λέβητες) - πλατύ αγγείο με δύο όρθιες λαβές, συχνά με κωνική βάση και πώμα. Το χρησιμοποιούσαν κατά τις τελετές γάμου και ταφής.
Λεκανίς (πληθ. λεκανίδες) - ρηχό αγγείο με πόδι, δύο οριζόντιες λαβές και συχνά πώμα με μία λαβή. Το σκεύος χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη μικρών αντικειμένων (ειδικά για γυναίκες) και για το σερβίρισμα φαγητού (όταν το πώμα, αναποδογυρισμένο, γινόταν δεύτερο πιάτο σερβιρίσματος).
Λήκυθος (πληθ. λήκυθοι) - χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη πολύτιμων ελαίων και αρωμάτων, συχνά αφιερωμένη σε ταφές και κοσμημένη με αναφορές στην ταφική λειτουργία. Ήταν συνήθως λευκού βάθους.
Λουτήριο (πληθ. λουτήρια) - πλατιά λεκάνη με δύο λαβές και μερικές φορές με ανεστραμμένο χείλος. Χρησιμοποιούνταν για τη συλλογή νερού για πλύσιμο ή ενδεχομένως για τη μείξη κρασιού και νερού. Μια τρίτη λειτουργία μπορεί να σχετιζόταν με ταφικές τελετουργίες, όπως η πλύση του σώματος.
Λουτροφόρος (πληθ. λουτροφόροι) - ψηλό, λεπτεπίλεπτο αγγείο με επιμήκεις λαβές, που χρησίμευε για την συλλογή νερού σε γαμήλιες και επικήδειες τελετές, καθώς και ως επιτύμβιο σήμα, ειδικά όταν οι αποβιώσαντες ήταν άγαμοι.
Μαστός (πληθ. μαστοί) - κύπελλο πόσης κρασιού σε σχήμα γυναικείου στήθους με θηλή στη βάση αντί για πόδι.
Μελανόμορφος διακοσμητικός ρυθμός (περ. 620 – περ. 530 π.Κ.Ε). Επινοήθηκε στην Κόρινθο, υιοθετήθηκε από την Αττική και αναδείχθηκε σε κυρίαρχο ρυθμό της ελληνικής κεραμικής. Οι μορφές ζωγραφίζονταν ως μελανές σιλουέτες, ενώ οι λεπτομέρειες, όπως οι μύες και τα μαλλιά, χαράσσονταν με αιχμηρό εργαλείο.
Μετάλλιο κυκλικού σχήματος (τόντο, πληθ. τόντι) - η εικόνα η οποία εσωκλείεται σε κύκλο στο εσωτερικό κύλικας ή πινακίου.
Μπαρμποτίν (Βarbotine) - τύπος κεραμικής με ανάγλυφες διακοσμητικές προεξοχές.
Νεοανακτορικός διακοσμητικός ρυθμός - ο ύστερος μινωικός διακοσμητικός ρυθμός, ο οποίος χρησιμοποιεί πιο σχηματοποιημένες αναπαραστάσεις φυτών και θαλάσσιας ζωής (από το 1450 π.Κ.Ε).
Οινοχόη (πληθ. οινοχόαι) - προχόη ή στάμνα για τη μετάγγιση υγρών, κυρίως κρασιού.
Πελίκη (πληθ. πελίκαι) - δοχείο που χρησίμευε για την αποθήκευση υγρών, όπως λάδι και κρασί. Χρησιμοποιούνταν επίσης για τη φύλαξη της στάχτης μετά την αποτέφρωση.
Πίθος (πληθ. πίθοι) - από τον μινωικό πολιτισμό, ένα μεγάλου μεγέθους αγγείο για την αποθήκευση τροφίμων, όπως δημητριακά και ελιές. Οι μεγάλες αποθήκες πίθων αποτελούν τυπικό χαρακτηριστικό των μινωικών ανακτορικών συγκροτημάτων.
Πινάκιο - κυκλικό επίπεδο πιάτο με ανασηκωμένο χείλος.
Πίναξ (πληθ. πίνακες) - πλακέτα διακόσμου προσαρτημένη σε τοίχους ταφικών μνημείων και ναών.
Πλαστική κεραμική - αγγεία τα οποία ενσωματώνουν μικρών διαστάσεων γλυπτική μορφή σε κάποιο τμήμα τους.
Προτομή (πληθ. προτομαί ή προτομές) -τρισδιάστατες μορφές που προστίθενται σε αγγεία, ειδικά στις λαβές. Συχνά έχουν τη μορφή ζώων ή του άνω μέρους του ανθρώπινου σώματος.
Πρόχους - αγγείο με στόμιο εκροής και μία λαβή, το οποίο χρησιμοποιούνταν για το σερβίρισμα υγρών.
Πρωτογεωμετρικός διακοσμητικός ρυθμός - διακόσμηση με απλά σχήματα, όπως σπείρες και συμπαγείς μελανές γραμμές· πρόδρομος του πιο φιλόδοξου Γεωμετρικού Ρυθμού (περ. 1000 – 900 π.Κ.Ε).
Πυξίς (πληθ. πυξίδες) - μικρό κυκλικό κιβωτίδιο με πώμα, που χρησιμοποιούνταν συχνά για τη φύλαξη κοσμημάτων και ειδών καλλωπισμού.
Ρυτό (πληθ. ρυτά) - χρησιμοποιούνταν κατά τις θρησκευτικές τελετουργίες για τη σπονδή και τη χοή υγρών προσφορών, ενώ μπορούν επίσης να έχουν το σχήμα κεφαλών ζώων, ιδιαίτερα ταύρων.
Σκύφος (πληθ. σκύφοι) - βαθύ κύπελλο πόσης ή δοχείο με δύο λαβές κοντά στο χείλος.
Στάμνος (πληθ. στάμνοι) - αγγείο με ευρύ στόμιο, συχνά με πώμα και δύο λαβές, που χρησίμευε για τη μείξη κρασιού και νερού.
Τριποδική πυξίδα (πληθ. πυξίδες) - πυξίδα με τρία κοίλα στελέχη (πόδια), αποκαλούμενη επίσης τριποδικός κώθων.
Υδρία (πληθ. υδρίαι) - χρησιμοποιούνταν κυρίως για την αποθήκευση νερού και αποτελεί ένα από τα πιο κοινά τυπολογικά σχήματα της ελληνικής κεραμικής. Δύο οριζόντιες λαβές χρησίμευαν για τη μεταφορά όταν ήταν γεμάτη και μία κατακόρυφη λαβή για την εκροή. Χρησιμοποιούνταν επίσης ως ταφικές κάλπες για παιδιά. Παράγονταν συχνά και σε μπρούτζινες εκδοχές.
Υψίποδο αγγείο - αγγείο πόσης με δύο λαβές, στέλεχος (πόδι) και βάση. Δημοφιλές στον μυκηναϊκό πολιτισμό, αργότερα εξελίχθηκε στην πανταχού παρούσα κύλικα.
Φιάλη (πληθ. φιάλαι) - ρηχό αγγείο που χρησιμοποιούνταν για κρασί και σπονδές και χοές σε θρησκευτικές τελετές. Συχνά φέρει αναποδογυρισμένο εξόγκωμα στο κέντρο που δίνει στο σκεύος το όνομά του – ομφαλός.
Φυτικός διακοσμητικός ρυθμός - διακοσμητική τεχνοτροπία της μινωικής Κρήτης με μοτίβα φυτών και λουλουδιών (περ. 1600 – 1450 π.Κ.Ε).
Ψευδόστομος αμφορέας - εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μινωική Κρήτη αλλά αποτελεί το πιο κοινό σχήμα στη μυκηναϊκή κεραμική, με ψευδές κεντρικό στόμιο, που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη κρασιού και λαδιού.
Ψυκτήρ (πληθ. ψυκτήρες) - πλατύ αγγείο σε σχήμα μανιταριού που χρησιμοποιούνταν για την ψύξη του κρασιού. Μπορούσαν να τοποθετηθούν μέσα σε κρατήρα ή να σταθούν αυτόνομα.
