Η Δυναστεία των Αργεάδων

ορισμός

Athanasios Fountoukis
από , μεταφρασμένο από Athanasios Fountoukis
που δημοσιεύτηκε στο 26 April 2022
X
translations icon
Διαθέσιμο σε άλλες γλώσσες: Αγγλικά, Γαλλικά
Alexander Sarcophagus (detail) (by Carole Raddato, CC BY-SA)
Σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου
Carole Raddato (CC BY-SA)

Ο αρχαίος μακεδονικός οίκος δωρικής ελληνικής καταγωγής, η δυναστεία των Αργεάδων, διήρκεσε από τον 7ο αιώνα έως το 310 π.Χ.. Αν και ο μυθικός ιδρυτής της δυναστείας ήταν ο βασιλιάς Κάρανος, τα μακεδονικά εδάφη διευρύνθηκαν σημαντικά, υπό τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας (382-226 π.Χ.). Ο γιος του Φιλίππου ο Μέγας Αλέξανδρος (356-323 π.Χ.) προχώρησε στη συνέχεια πολύ περισσότερο ανατολικά, κατακτώντας την Περσία και φτάνοντας μέχρι την Ινδία.

Η Ίδρυση της Δυναστείας

Η γη της αρχαίας Μακεδονίας φιλοξένησε τα πρωταρχικά βήματα μιας από τις παλαιότερες αυτοκρατορίες του κόσμου. Σύμφωνα με τα ομηρικά έπη, το μέρος χαρακτηριζόταν ως ακατοίκητο. Η περιοχή χαρακτηριζόταν από τα απέραντα και πυκνά δάση της, τα οποία παρείχαν υλικό για τον υψηλού κύρους αθηναϊκό ναυτικό στόλο. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές της εποχής, η μακεδονική αυτοκρατορία συνέδεε το κέντρο του γνωστού κόσμου, με την απέραντη, άγνωστη και "εξωτική" Ανατολή. Οι κύριοι πρωταγωνιστές της αυτοκρατορίας ήταν ο Φίλιππος Β' και ο γιος του Μέγας Αλέξανδρος, οι τελευταίοι βασιλείς της δυναστείας των Αργεάδων. Αν και κάποιος σίγουρα θα μπορούσε να θαυμάσει τα μακεδονικά επιτεύγματα, οι αρχαίες μαρτυρίες, όπως του Αθηναίου ρήτορα Δημοσθένη (384-322 π.Χ.), μαρτυρούν ένα αξιοσημείωτο μένος εναντίον τους. Οι Αθηναίοι, γνωστοί για το αίσθημα της πολιτιστικής τους ανωτερότητας, δεν δίσταζαν να μειώσουν δημοσίως την αξία των βόρειων γειτόνων τους.

Ο ΚΑρανος ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ να ακολουθΗσει ΚΑΠΟΙΕΣ κατσΙκες για να βρει το ακριβες μερος για την ιδρυση της αποικιας του.

Το όνομα Αργεάδες δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς, Θουκυδίδη (περ. 460/455 - 399/398 π.Χ.) και Ηρόδοτο (περ. 484 - 425/413 π.Χ.) που παρέχουν τις περισσότερες πληροφορίες μας για τον αρχαίο και αρχαϊκό κόσμο. Προτιμούν ένα άλλο όνομα, τους Τεμενίδες. Παρ' όλα αυτά, η πρώτη αναφορά του ορου Αργεάδες εμφανίζεται στους μεταγενέστερους ιστορικούς, όπως ο Στράβων (64/63 π.Χ. έως 24 μ.Χ.), ο Αππιανός (95-165 μ.Χ.) και ο Παυσανίας (110-180 μ.Χ.). Ο Λατίνος ιστορικός Ιουστίνος (η χρονολόγηση της ζωής του είναι αβέβαιη) στις Φιλιππικές Ιστορίες του και ο Βοιωτός ιστορικός Πλούταρχος (46-119 μ.Χ.) αναγνωρίζουν τον Κάρανο ως ιδρυτή της φαινομενικά όχι και τόσο διάσημης μακεδονικής δυναστείας. Αποκαλύπτεται ότι ο δελφικός χρησμός κατεύθυνε τον Κάρανο να φτάσει στην Ημαθία με τους Έλληνες συντρόφους του και να βρει τις Αιγές, ως κτίστες. Σύμφωνα με την αφήγηση, ο Κάρανος θα έπρεπε να ακολουθήσει συγκεκριμένες κατσίκες έτσι ώστε να βρει το ακριβές μέρος για την ίδρυση της αποικίας του. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Ιουστίνο, ο Πέρδικκας θεωρείται άμεσος κληρονόμος του Καρανού.

Map of the Expansion of Macedon
Χάρτης της Μακεδονικής Επέκτασης
Megistias (CC BY-SA)

Αντίθετα, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η καταγωγή της δυναστείας βρίσκεται στον Περδίκκα, απόγονο των Τεμενιδών του Άργους, η γενεαλογία των οποίων οδηγούσε στον Ηρακλή. Αλλά όπως ομολογεί αλλού, οι ίδιοι οι Μακεδόνες, απο τους οποίους συνήθιζε να αντλεί πληροφορίες, πίστευαν την συγκεκριμενη ιστορία. Είναι πιθανό λοιπόν ο Έλληνας ιστορικός να μετέφερε πιθανώς την τοπική προφορική παράδοση. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η καπήλευση πολύπλοκων και μυθολογικών γενεαλογικών συνδέσεων διευκόλυνε την επικοινωνία και αλληλεπίδραση με εξωτερικούς αριστοκρατικούς κύκλους. Η επίκληση της ελληνικής καταγωγής θα μπορούσε επίσης να ήταν ελκυστική για την οικοδόμηση σχέσεων μέσω της αλληλεπίδρασης με το ευρύτερο ελληνικό δίκτυο.

Ακόμη και αν οι πληροφορίες για τους Αργεάδες είναι πενιχρές, οι ανασκαφές στη Βεργίνα, ένα χωριό στη σημερινή Ελλάδα, έφεραν στο φως μια ξαφνική άνοδο νέων ταφικών εθίμων μαζί με την καύση των νεκρών σωμάτων, η οποία μπορεί να χρονολογηθεί περίπου στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.. Τα αρχαιολογικά στοιχεία μπορούν, επομένως, να προσδιορίσουν μια πιθανή ημερομηνία για την έναρξη της μακεδονικής βασιλείας, καθώς τα ευρήματα υποδεικνύουν τις ταφές ιδιαίτερα σημαντικών κατοίκων, πολύ πιθανόν να συνδέοντε με τους Αργεάδες βασιλείς.

Οι Αργεάδες βασιλείς της Μακεδονίας ήταν οι εξής:

  • Κάρανος
  • Περδίκκας Α΄
  • Αργείος Α΄
  • Φίλιππος Α΄
  • Αέρωπος Α΄
  • Αλκέτας
  • Αμύντας Α΄ (περ. -497)
  • Αλέξανδρος Α΄ (περ. 497-454)
  • Πέρδικκας Β΄ (περ. 454-413)
  • Αρχέλαος (413-399)
  • Ορέστης (399-396)
  • Αέρωπος Β΄ (396-393)
  • Παυσανίας (περ. 393)
  • Αμύντας Β' ο Μικρός (περ. 393)
  • Αμύντας Γ΄ (περ. 392-370)
  • Αργείος Β΄ (περ. 390)
  • Αλέξανδρος Β΄ (370-368)
  • Πτολεμαίος Άλωρος (περ. 368-365)
  • Πέρδικκας Γ΄ (περ. 365-359)
  • Φίλιππος Β΄ (359-336)
  • Μέγας Αλέξανδρος Γ΄ (336-323)
  • Φίλιππος Γ' Αρριδαίος (323-317)
  • Αλέξανδρος Δ' (323-310)

Gold Myrtle Wreath
Χρυσο Στεφάνι απο Φύλλα και Άνθη Μυρτιάς
Carole Raddato (CC BY-SA)

Η σύνδεση μεταξύ της Μακεδονίας και της βασιλείας είναι αρκετά ενδιαφέρουσα. Η κοινή τους ύπαρξη είναι εμφανής από τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι την υποταγή στους Ρωμαίους το 167 π.Χ. Η αβεβαιότητα των αρχαίων πηγών ενισχύει τα κενά μεταξύ της σχέσης του βασιλείου, του βασιλιά και των υπηκόων του, ωστόσο μια υπόθεση μπορεί να διαμορφωθεί. Τα κείμενα του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, του Διόδωρου και του Ιουστίνου κάνουν κάποιες αναφορές στα σώματα των εταίρων, των συντρόφων, των σωματοφυλάκων, των βασιλικών υπηρετών. Οι σύγχρονοι μελετητές συζητούν δύο θεωρίες. Από τη μία πλευρά, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο βασιλιάς κυβερνούσε το βασίλειο μέσω κάποιων συμβατικών νόμων και παραδόσεων που παρείχαν εθιμικά δικαιώματα στα διάφορα σώματα. Από την άλλη πλευρά, άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο βασιλιάς κυβερνούσε όπως ήθελε χωρίς να καθοδηγείται από συνταγματικούς νόμους, αλλά επέβαλε τις ιδέες του σύμφωνα με την κρίση του. Η πιο λογική υπόθεση θα μπορούσε να βρίσκεται στη μέση. Ο βασιλιάς πιθανώς έπρεπε να είχε κάποιους εθιμικούς νόμους αναμεμειγμένους με θρησκευτικά στοιχεία που έπρεπε να ακολουθεί. Αν και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επέβαλε τη θέλησή του όταν αυτό φαινόταν απαραίτητο. Καθώς ο βασιλιάς αντικατόπτριζε την ανώτερη έδρα στην ιεραρχίας, μάλλον κανείς δεν μπορούσε να αναγκάσει έναν Μακεδόνα βασιλιά να ενεργήσει διαφορετικά.

ΣΥμφωνα με τον ΘουκυδΙδη, ο ΠερδΙκκας κατΕλαβε εδΑφη Στην ευρΥτερη περιοχΗ της ΜακεδονΙας, μετακινωντας τους κατοικους της.

Καθώς τα αρχαία κείμενα μαρτυρούν μια αξιοσημείωτη συνέχεια της δυναστείας των Αργεάδων, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο τίτλος ήταν κληρονομικός. Καθώς δεν θα μπορούσε κανείς να γνωρίζει αν υπήρχε μια "καθαρή" γραμμή αίματος, κάθε βασιλιάς θα έπρεπε να ανήκε στην ευρύτερη οικογένεια του προκατόχου του. Κάθε βασιλιάς για να ανέβει στον χρόνο θα έπρεπε να κερδίσει την έγκριση του στρατού, ο οποίος εαν θα τον ενέκρινε, θα χτυπούσε καταφατικά τα δόρατά με τις ασπίδες. Σίγουρα, κάθε βασιλιάς θα έπρεπε να αποδείξει την στρατιωτική του αποτελεσματικότητα, έτσι ώστε να κερδίσει τον σεβασμό του στρατού του.

Αλέξανδρος Α΄

Ο πρώτος βασιλιάς για τον οποίο έχουμε αρχαίες μαρτυρίες είναι ο Αλέξανδρος ο Α΄, ο γιος του Πέρδικκα.

Ο Αλέξανδρος ο πατέρας του Πέρδικκα και οι πρόγονοί του, οι οποίοι είναι Τεμενίδες αρχαίας αργειακής καταγωγής, απέκτησαν για πρώτη φορά το σημερινό παράκτιο τμήμα της Μακεδονίας και καθιερώθηκαν ως βασιλείς εκδιώκοντας τους Πιερίτες από την Πιερία...Απέκτησαν ένα στενό τμήμα της Παιονίας κατά μήκος του ποταμού Αξιού μέχρι την Πέλλα και τη θάλασσα, και κατέλαβαν τη γη που ονομάζεται Μυγδονία πέρα από τον Αξιό μέχρι τον Στρυμόνα, αφού εκδίωξαν τους Hδώνους... Όλο αυτό ονομάζεται Μακεδονία, και ο Περδίκκας, ο γιος του Αλέξανδρου, ήταν ο βασιλιάς της.

(Θουκυδίδης, 2.99)

Family Tree of the Royal Dynasty of Macedon in the 4th Century BCE
Οικογενειακό Δέντρο της Βασιλικής Μακεδονικής Δυναστείας του 4ου αιώνα π.Χ.
David Grant (Copyright)

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο Πέρδικκας, γιος του Κάρανου, έπαιξε ρόλο στην κατάκτηση της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας καταλαμβάνοντας εδάφη και μετεγκαθιστώντας εκεί τους κατοίκους της. Αν και ο όρος μετεγκατάσταση θα μπορούσε να ερμηνευτεί σαν μια πιο αφελής απεικόνηση των γεγονότων. Οι κατακτητές εκμεταλλεύονταν σε μεγάλο βαθμό τους τοπικούς πληθυσμούς, υποδουλώνοντας και σκοτώνοντας τους. Για σχεδόν 200 χρόνια, μέχρι τον Φίλιππο Β', η μακεδονική εδαφική διαμάχη διαμορφώθηκε μεταξύ των ευρύτερων περιοχών της Μακεδονίας.

Η μακρόχρονη βασιλεία του Αλεξάνδρου Α΄ συνυπήρξε με την περσική κυριαρχία της αυτοκρατορίας των Αχαμενιδών στη Μικρά Ασία και ο ρόλος του προσδιορίστηκε έχοντας μια πιο υποτακτική θέση σε σχέση με την Αθήνα, τη Σπάρτη, τη Θήβα και άλλες. Παρ' όλα αυτά, η Μακεδονία είχε καθοριστική λειτουργία στα αιματηρά γεγονότα των Περσικών Πολέμων. Κατά τη διάρκεια της Ιωνικής Εξέγερσης το 499 π.Χ. των διαφόρων πόλεων της Μικράς Ασίας, οι οποίες υποστηρίζονταν έμμεσα από την Αθήνα, ο Αλέξανδρος, παρά τις προσπάθειές του για διαφυγή από την περσική επιρροή, κατέληξε ως προστάτης της αυτοκρατορίας από τα ανατολικά. Ο Ηρόδοτος χαρακτήρισε τον Αλέξανδρο ως στρατηλάτη και βασιλιά, ενώ τον συμπεριέλαβε ως Πέρση υπήκοο.

Αν και ο Ηρόδοτος μαρτυρεί τη συμμετοχή μακεδονικών στρατευμάτων στις περσικές δυνάμεις, ενδεχομένως όταν ο Αλέξανδρος συνόδευε τον Πέρση βασιλιά την περίοδο που εισέβαλε στην Ελλάδα, η πίστη του θα έπρεπε να αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με τον Αθηναίο φιλόσοφο Σπεύσιππο (408 - 339/8 π.Χ.), ο οποίος κληρονόμησε την Ακαδημία του Πλάτωνα, ο Αλέξανδρος θεωρήθηκε ως ο σωτήρας των ελληνικών δυνάμεων λόγω της παράκλησης του προς αυτές, να μην υπερασπιστούν τη θέση τους στην κοιλάδα των Τεμπών στη Θεσσαλία, όπως είχαν αρχικά σχεδιάσει., καθώς ο περσικός στρατός θα τους είχε ισοπεδώσει. Επιπλέον, η πολυτιμότερη μαρτυρία αναδικνύεται και πάλι από τον ιστορικό της Αλικαρνασσού, ο οποίος αναφέρει την αποστολή από τον Αλέξανδρο απεσταλμένων που παρουσιάζονται στο περσικό μέτωπο έτσι ώστε να σώσουν την τύχη των βοιωτικών πόλεων. Επιπλέον, ο Ηρόδοτος θέλησε να επαινέσει τους Αθηναίους όταν ανέφερε ότι ο Μαρδόνιος, ένας Πέρσης στρατηγός, θέλησε να φέρει τους Αθηναίους με το μέρος του προσφέροντάς τους τη συγχώρεση του Μεγάλου Βασιλιά. Ο Αλέξανδρος επρόκειτο να τους ενθαρρύνει να δεχτούν αυτή την προσφορά και να τους αποτρέψει από το να συνεχίσουν τον πόλεμο εναντίον των Περσών. Ο ιστορικός ήθελε να μεταδώσει την υπερηφάνεια ως μέρος της ελληνικής νοοτροπίας επισημαίνοντας την έντονη αποδοκιμασία τους απέναντι στον Αλέξανδρο. Κάποιος θα μπορούσε να οραματιστεί την πιθανή εικόνα που είχαν δημιουργήσει οι Αθηναίοι ή ακόμη κι ο Ηρόδοτος απέναντι στους Μακεδόνες. Πρέπει να θεώρησαν ότι εκείνοι ήταν που δεν πολεμούσαν και επιπρόσθετα διέδαν την ενότητα αντί την διαμάχη μεταξύ των δύο αντίπαλων πολιτισμών. Η πλευρά του Αλεξάνδρου έμεινε διαφορούμενη, καθώς ο ιστορικός μαρτυρεί την αποκάλυψη του Μακεδόνα βασιλιά για την απροσδόκητη επίθεση του Μαρδόνιου, στρατηγού του Δαρείου. Η ιστορία, η οποία περιβάλλεται από έναν έντονο σκεπτικισμό, μας πληροφορεί ότι εκείνη τη στιγμή ο Αλέξανδρος επεδίωκε την απελευθέρωσή του από τον περσικό έλεγχο.

Greek Phalanx
Ελληνική φάλαγγα
CA (Copyright)

Ο αφηγητής της ιστορίας των Αργεάδων προβάλλει την ευημερία του μακεδονικού βασιλείου από την πρόσβασή του στα ορυχεία αργύρου του Αγίου Όρους. Το βουνό, που σήμερα ανήκει σε μια μοναστική κοινότητα, μέρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, επέτρεψε στον βασιλιά να κόψει τα ασημένια νομίσματά του γύρω στο 475 π.Χ., όταν η αυτοκρατορία των Αχαμενιδών είχε εκδιωχθεί. Μετά την περίφημη Πεντεκονταετία, το προοίμιο του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Μακεδονία κράτησε ουδέτερη στάση απέναντι στην Αθήνα. Βέβαια, ο εξόριστος Αθηναίος στρατηγός Θεμιστοκλής, ένας από τους πρωταγωνιστές της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, αναζήτησε καταφύγιο στο βασίλειο του Αλεξάνδρου, και στη συνέχεια μετακόμισε στην Περσία.

Ο Αλέξανδρος Α΄ είναι γνωστός στα βιβλία της ιστορίας ως Αλέξανδρος ο Φιλέλληνας. Πιθανώς του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον Δίο Χρυσόστομο, ο οποίος το έγραψε τον 2ο αιώνα π.Χ. Η εικόνα του Αλεξάνδρου Α΄ ως ευεργέτη της Ελλάδας, προέκυψε στη ρητορική του 4ου αιώνα π.Χ. και ενδέχεται να επηρέασε σημαντικά την επιλογή του τίτλου του. Η αναφορά στον φιλλελληνισμό του Αλεξάνδρου παρουσιάστηκε από τον Δίο ως εισαγωγη για τον έπαινο του Φιλίππου Β'. Ο φόβος για την επιστροφή των Περσών και η πίεση από τη νεοσύστατη αθηναϊκή ναυτική συνομοσπονδία, την Συμμαχία της Δήλου, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο φαινόμενο κατά το οποίο οι γειτονικές κοινότητες με το βασίλειο του Αλέξανδρου Α' να θεωρούσαν ελκυστικό να αποδεχθούν την ηγεσία του και να αυτοπροσδιοριστούν ως Μακεδόνες, εγκαθιδρύωντας έτσι την κυριαρχία του στην περιοχή. Τέλος, οι συνθήκες του θανάτου του Αλεξάνδρου αμφισβητούνται από τους μελετητές, αλλά πιθανότατα συνέβη γύρω στο 454 π.Χ.

Πέρδικκας Β΄

Η επέκταση του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού έφερε αναταραχή στα εδάφη του βασιλείου, ιδίως όταν οι Αθηναίοι εκμεταλλεύτηκαν τον θάνατο του Αλέξανδρου Α΄ και επέκτειναν την κυριαρχία τους μέσω μιας επιθετικής αποικιακής πολιτικής και μιας σφοδρής διπλωματικής συμμαχίας με τους ανατολικούς γείτονες της Μακεδονίας. Ως αποτέλεσμα, ιδρύθηκε μια σημαντική αποικία, η Αμφίπολη, το 437 π.Χ. σε μια κομβική γεωγραφική και οικονομική θέση που προοιωνίζε τη γέννηση της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας. Η αθηναϊκή επέλαση πιθανώς να προκάλεσε μακεδονικές εδαφικές απώλειες, καθώς οι τοπικοί άρχοντες πρέπει να εξέφρασαν έντονα τη δυσαρέσκειά τους για τα γεγονότα. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου μεταξύ των ετών 424-422 π.Χ., ο διάσημος Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας ηγήθηκε της εκστρατείας που είχε ως αποτέλεσμα τη συμμαχία της Σπάρτης με τις βόρειες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Αμφίπολης. Παρόλο που οι Μακεδόνες δεν συμμετείχαν ενεργά στον πόλεμο, ενέκριναν τα αντιαθηναϊκά εγχειρήματα στον βορρά, ενώ παράλληλα συνέχισαν την προμήθεια ξυλείας στην πόλη του Θησέα, του μυθικού ιδρυτή της Αθήνας. Οι μόνες στρατιωτικές ενέργειες στις οποίες προέβη ο Πέρδικκας Β' ήταν για εσωτερικά εδαφικά ζητήματα επί των τοπικών κοινωτήτων, όπως οι Λιγκυστές - σήμερα η τοποθεσία της φυλής πρέπει να εντοπίζεται μεταξύ της Φλώρινας και της πόλης Μπίτολα στη Βόρεια Μακεδονία. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δυνατότητες του Περδίκκα Β' ήταν περιορισμένες και, ασφαλώς, η ουδετερότητα του εκείνη τη στιγμή αποδείχθηκε πολύτιμη. Ο Περδίκκας κατάφερε να διατηρήσει τη λειτουργία του μακεδονικού βασιλείου κατά τη διάρκεια μιας από τις μεγαλύτερες διαμάχες που σμίλεψαν την ιστορία του κλασικού ελληνικού κόσμου.

Philip II of Macedon
Φίλιππος Β' ο Μακεδών
Fotogeniss (CC BY-SA)

Η Κορύφωση της Δυναστείας

Ο διάδοχος του Περδίκκα Β', ο Αρχέλαος, κυβέρνησε για σχεδόν 14 χρόνια, δηλαδή σχεδόν διπλάσια από τα περίπου επτά χρόνια που κυβέρνησε τη Μακεδονία ο Περδίκκας Β'. Μεταξύ των δύο βασιλέων, οκτώ Αργεάδες κυβέρνησαν για 40 χρόνια, εμφανώς ο κάθε ένας κυβέρνησε για λίγα χρόνια. Στη συνέχεια ήρθε ο Φίλιππος Β' το 359 π.Χ., ο οποίος ανέδειξε το μακεδονικό βασίλειο. Κατά τη διάρκεια αυτής της ταραγμένης περιόδου, το βασίλειο αλληλεπιδρούσε με διάφορες πόλεις, και αντιμετώπιζε ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης. Οι Ιλλυρικές φυλές από τον βορρά, γνωστές για τις συνεχείς επιδρομές τους, κατέκλυσαν τις μακεδονικές πεδιάδες εντείνοντας, ακόμη περισσότερο, τον αγώνα για την επιβίωση του βασιλείου. Οι απειλές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα πολιτικά και στρατιωτικά επεισόδια, όπως η φυγή του Αμύντα Γ' από το βασίλειο μπροστά σε μια Ιλλυρική εισβολή ή ο θάνατος του γιου του σε μια μάχη εναντίον των Ιλλυρικών φυλών.

Παρ' όλα αυτά, εκτός από τα χαρακτηριστικά του στρατού, οι Μακεδόνες ήταν γνωστοί για την οξυδέρκεια των διπλωματών τους, οι οποίοι μεγάλωσαν σε μια περιοχή με καλά εδραιωμένες υποδομές στην Πέλλα και στο Δίον, τα κύρια κέντρα του βασιλείου. Παρά τις βελτιώσεις στις αμυντικές κατασκευές και τα εμπορικά δίκτυα, ο στρατός αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα τους. Όπως και κάθε άλλη σημαντική προσωπικότητα της παγκόσμιας ιστορίας, ο Φίλιππος Β' εξαρτήθηκε από αυτό το βασίλειο για να χτίσει τις ρίζες αυτού για το οποίο έγινε περισσότερο γνωστή η Μακεδονική Αυτοκρατορία: την ενοποίηση των τριών ηπείρων, της Αφρικής, της Ασίας και της Ευρώπης. Ήταν ο συντονιστής της περίφημης μακεδονικής κληρονομιάς. Κατάφερε να συγκεντρώσει τους διάσπαρτους εδαφικούς πόρους και να διαχειριστεί τον πληθυσμό του ευρύτερου βασιλείου. Οι διπλωματικές του ικανότητες, μαζί με τον πολεμικό του δυναμισμό, αποτέλεσαν τα εργαλεία διαμόρφωσης του ανταγωνιστικού βασιλείου της Πέλλας. Ωστόσο, η δολοφονία του Φιλίππου το 336 π.Χ. προετοίμασε το έδαφος για την οργή του γιου του εναντίον της πολυπόθητης Περσίας.

Alexander the Great, Bronze Head
Μπρούντζινη Κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου
Mark Cartwright (CC BY-NC-SA)

Η δυναστεία των Αργεάδων έφθασε στο απόγειό της κατά την κατάκτηση από τον Μέγα Αλέξανδρο του ελάχιστα γνωστού ανατολικού κόσμου. Έγινε "μέγας" μετά την επιτυχημένη εκστρατεία εναντίον του Δαρείου Γ΄ (336-330 π.Χ.), όταν το 334 π.Χ. εισέβαλε στην αυτοκρατορία των Αχαμενιδών. Ξεκίνησε από τις πόλεις Σάρδεις και Έφεσο. Ο Αλέξανδρος, ένα χρόνο αργότερα, νίκησε στη μάχη της Ισσού, δίνοντας τη δυνατότητα στις δυνάμεις του να προχωρήσουν περαιτέρω στην ασιατική ήπειρο. Μετά τη λεηλασία των φοινικικών πόλεων Τύρου, Σιών και Βααλμπέκ, το 331 π.Χ. το βασίλειο της Αιγύπτου υποτάχθηκε στην πρώιμη αυτοκρατορία του. Ο φιλόδοξος Μακεδόνας βασιλιάς νίκησε γρήγορα τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα την ίδια χρονιά, αναγκάζοντάς τον να διαφύγει. Η υποχώρηση του Πέρση ηγεμόνα επέτρεψε στον Αλέξανδρο να καταλάβει τη Βαβυλώνα και τα Σούσα, την καρδιά της ανατολικής αυτοκρατορίας. Το 330 π.Χ. ο γιος του Φιλίππου βάδισε ταχύτατα εναντίον της Περσέπολης, εξαπολύοντας το τελικό χτύπημα εναντίον του τελευταίου υπερασπιστή της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών Αριοβαρζάνη (386-330 π.Χ.). Ο Αλέξανδρος έκανε στάχτη τη μεγάλη περσική πόλη. Ο ιστορικός Διόδωρος Σικελός (90-30 π.Χ.) θα προωθήσει τη διαιώνιση του φαύλου κύκλου του πολέμου δικαιολογώντας την καταστροφη της αρχαίας περσικής πόλης ως αντίμετρα για τη λεηλασία της αθηναϊκής Ακρόπολης από τον Ξέρξη το 480 π.Χ..

Το 330 π.Χ., η δολοφονία του Δαρείου Γ' από τους άνδρες του επέτρεψε στον Αλέξανδρο να αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς της Ασίας, που προφανώς αποτελούσε τον πυρήνα της αυτοκρατορίας του. Η επιτυχία της περσικής εκστρατείας πρέπει σίγουρα να ενίσχυσε την αλαζονεία του Μακεδόνα βασιλιά, η οποία τον οδήγησε να προελάσει ανατολικότερα. Δεν έχασε χρόνο και μεταξύ 330-327 π.Χ. προέλασε εναντίον των Σκυθών και των κατοίκων της Βακτρίας και της Σογδιανής, οι οποίοι λύγισαν κάτω από τη θέλησή του. Παρόλο που ο Αλέξανδρος ήταν κατακτητής, οι ντόπιοι ευγενείς τον σέβονταν λόγω των πολλών πόλεων που ίδρυσε. Οι νεοϊδρυθείσες πόλεις λειτουργούσαν ως σταθμοί αναδιανομής εφοδίων για τις στρατιωτικές εκστρατείες, καθώς και ως κέντρα για την τοποθέτηση των Μακεδόνων βετεράνων. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, ο Αλέξανδρος υπέταξε αρκετές πληθυσμιακές ομάδες στην Ινδία- νίκησε τον Πώρο της Πουρουβάασα στον ποταμό Υδάσπη. Τέλος, το 323 π.Χ. ο Αλέξανδρος, αφού υπέμεινε τους πόνους ενός δεκαήμερου πυρετού, πέθανε στο παλάτι του στη Βαβυλώνα.

Η Παρακμή της Δυναστείας

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., ο Κάσσανδρος, βασιλιάς της Μακεδονίας από το 305 π.Χ. έως το 297 π.Χ., έβαλε τέλος στη δυναστεία των Αργεάδων, βάζοντας να δολοφονήσουν τον Φίλιππο Γ΄ Αρριδαίο, γιο του Φιλίππου Β΄ όπως και τον Αλέξανδρο Δ΄ (γιο της Ρωξάνης και του Μεγάλου Αλεξάνδρου), το 317 και το 310 π.Χ., αντίστοιχα. Οι ενέργειες του Κάσσανδρου βασίστηκαν στο ενδιαφέρον του να συμμετάσχει στους διαβόητους πολέμους των Διαδόχων, των διαδόχων του Αλεξάνδρου Γ'. Ίσως η σημαντικότερη συμβολή του Κάσσανδρου ήταν η ίδρυση της Θεσσαλονίκης. Η αποικία ήταν αποτέλεσμα ενός συνοικισμού των τοπικών κοινοτήτων και πήρε το όνομά της -η νίκη της Θεσσαλίας- από τη σύζυγό του, κόρη του Φιλίππου του Β', ο οποίος της έδωσε το όνομά της από τη μεγάλη νίκη του στη Θεσσαλία κατά των Φωκαίων. Η πόλη άκμασε στο πέρασμα των αιώνων και σήμερα, στην εποχή μας, αντικατοπτρίζει το ένδοξο παρελθόν μιας πληθώρας πολιτισμών και κουλτούρων μέσα από τα πολλά αρχαιολογικά και αρχιτεκτονικά της κατάλοιπα.

Ερωτήσεις & απαντήσεις

Ποιος ήταν ο ιδρυτής της δυναστείας των Αργέαδων;

Ο Λατίνος ιστορικός Ιουστίνος στις Φιλιππικές του Ιστορίες και ο Βοιωτός ιστορικός Πλούταρχος αναγνωρίζουν τον Κάρανο ως ιδρυτή της μακεδονικής δυναστείας.

Ποια ήταν η δυνστεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου;

Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν απόγονος της δυναστείας των Αργεάδων.

Ποιος ήταν ο τελευταίος Αργεάδης βασιλιάς;

Ο τελευταίος Αργεάδης βασιλιας ήταν ο Αλέξανδρος Δ', ο γιος της Ροξάνης και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος δολοφονήθηκε το 310 π.Χ.

Ποιοι είναι οι πιο γνωστοί Αργεάδες βασιλείς;

Οι πιο γνωστοί Αργεάδες βασιλείς ηταν ο Μέγας Αλέξανδρος και ο πατέρας του Φίλιππος Β'.

σχετικά με το μεταφραστή

Athanasios Fountoukis
Ένας ιστορικός, ο οποίος σήμερα σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο του Χρόνινγκεν για το μεταπτυχιακό του στους Κλασικούς και Αρχαίους Πολιτισμούς με εξειδίκευση στην Αρχαία Ιστορία, και με επίκεντρο την ιστορία της Μεσογείου κατά την Αρχαϊκή Εποχή.

σχετικά με το συγγραφέα

Athanasios Fountoukis
Ένας ιστορικός, ο οποίος σήμερα σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο του Χρόνινγκεν για το μεταπτυχιακό του στους Κλασικούς και Αρχαίους Πολιτισμούς με εξειδίκευση στην Αρχαία Ιστορία, και με επίκεντρο την ιστορία της Μεσογείου κατά την Αρχαϊκή Εποχή.

Αναφέρετε αυτή την εργασία

Στυλ APA

Fountoukis, A. (2022, April 26). Η Δυναστεία των Αργεάδων [Argead Dynasty]. (A. Fountoukis, Μεταφραστής). World History Encyclopedia. Ανακτήθηκε από https://www.worldhistory.org/trans/el/1-20722/

Στυλ Σικάγο

Fountoukis, Athanasios. "Η Δυναστεία των Αργεάδων." Μεταφράστηκε από Athanasios Fountoukis. World History Encyclopedia. Τελευταία τροποποίηση April 26, 2022. https://www.worldhistory.org/trans/el/1-20722/.

Στυλ MLA

Fountoukis, Athanasios. "Η Δυναστεία των Αργεάδων." Μεταφράστηκε από Athanasios Fountoukis. World History Encyclopedia. World History Encyclopedia, 26 Apr 2022. Ιστοσελίδα. 07 Dec 2022.