Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας

Nathalie Choubineh
από , μεταφρασμένο από Constantinos Chaviaras
που δημοσιεύτηκε στο
Translations
Εκτύπωση PDF
Terracotta Bust of a Macedonian Goddess or Princess from Pella (by Nathalie Choubineh, CC BY-NC-SA)
Πήλινη Προτομή Θεάς ή Πριγκίπισσας της Μακεδονίας από την Πέλλα Nathalie Choubineh (CC BY-NC-SA)

Η Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας (περ 345-295 π.Χ.) ήταν κόρη του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας (β. 359-336 π.Χ.) και μιας από τις πολλές συντρόφους του, της Νικησιπόλεως από τις Φερές. Ανήκοντας στην οικογένεια των Αργεαδών των Μακεδόνων βασιλέων, όπως και ο ετεροθαλής αδελφός της Μέγας Αλέξανδρος (β. 336-232 π.Χ.), η Θεσσαλονίκη παντρεύτηκε τον Κάσσανδρο (β. 305-297 π.Χ.) και, μετά το θάνατό του, πιθανώς εκτέλεσε χρέη αντιβασίλισσας των γιών της.

Παρά το υψηλό της κύρος, οι ιστορικές λεπτομέρειες για τη ζωή της Θεσσαλονίκης είναι σχετικά λίγες. Ωστόσο η μορφή της εξακολουθεί να αντηχεί δυνατά είτε μέσω της ταύτισής της με τη θρυλική γοργόνα είτε δίνοντας το όνομά της στη δεύτερη μεγαλύτερη ελληνική πόλη, τη Θεσσαλονίκη.

Γέννηση και Οικογένεια

Οι αβεβαιότητες γύρω από το ιστορικό υπόβαθρο της Θεσσαλονίκης ξεκινούν ήδη από τη χρονολογία της γέννησής της. Ελλείψει άμεσων ενδείξεων, οι μελετητές προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τη σημασία του ονόματός της ως στοιχείο. Ο Στέφανος Βυζάντιος, συγγραφέας του 6ου αιώνα, στο γεωγραφικό λεξικό του «Εθνικά» σημειώνει ότι η «Θεσσαλική Νίκη» αποτελούσε μια έκφραση για να τιμηθεί η νίκη του Φιλίππου Β΄ στη Θεσσαλία (Εθνικά, λήμμα Θεσσαλονίκη). Η πρώτη μεγάλη νίκη του Φιλίππου στη Θεσσαλία, στη μάχη του Κροκείου Πεδίου, ουσιαστικά χάρισε στο βασιλιά της Μακεδονίας τον τίτλο του «Άρχοντα της Θεσσαλίας», του σημαντικού κράτους που βρισκόταν στα νότια σύνορα βασιλείου του. Ο τίτλος του απονεμήθηκε από τους ίδιους τους Θεσσαλούς, οι οποίοι αρχικά είχαν καλέσει τον Φίλιππο σε βοήθεια για να αποκρούσουν τους Φωκείς. Ο Φίλιππος επαινέθηκε ανοιχτά, τόσο από τους αρχαίους όσο και από τους σύγχρονους ιστορικούς, για τα πολλά πολιτικά και στρατιωτικά του επιτεύγματα στην Ελλάδα. Όμως, αυτή η τεράστια ενίσχυση της δύναμής του ως ηγεμόνας της Θεσσαλίας – και, κατ’ επέκταση, όλων των πόλεων-κρατών που ήταν μέλη της Αμφικτυονικής Συμμαχίας – δεν ήταν παρά η απαρχή της μακεδονικής δόξας στον ελληνικό κόσμο, όπου οι Μακεδόνες αντιμετωπίζονταν πάντα με περιφρόνηση.

Η νίκη του Φιλίππου επί των Φωκέων και των συμμάχων τους, μιας φοβερής και άγριας δύναμης που πολεμούσε εναντίον της Αμφικτυονικής Συμμαχίας στο Γ΄ Ιερό πόλεμο (354-346 π.Χ.), αποτέλεσε το πρώτο ευοίωνο και καθοριστικό πλήγμα υπέρ της Συμμαχίας, ύστερα από μια σειρά αμφίρροπων και ασαφούς αποτελέσματος μαχών. Ο Φίλιππος κατάφερε επίσης να περιορίσει τις δυνατότητες των Φωκέων, εξασφαλίζοντας συμμαχία με τον κύριο υποστηρικτή τους στη Θεσσαλία, την πόλη των Φερών, παίρνοντας τη Νικησίπολη, μια νεαρή γυναίκα από την οικογένεια του Ιάσονα των Φερών – πρώην ηγεμόνα της Θεσσαλίας –, κατά πάσα πιθανότητα ως δεύτερη σύζυγό του (ο γάμος δεν αναφέρεται ρητά στις πηγές, ωστόσο δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί με βάση τα συμφραζόμενα και τα μεταγενέστερα γεγονότα). Ως εκ τούτου, πολλοί μελετητές συνδέουν τη γέννηση της νέας πριγκίπισσας, κόρης του Φιλίππου – προφανώς άμεσο αποτέλεσμα της ένωσής του με τη μητέρα της – με τη μάχη του Κροκείου Πεδίου το 353/2 π.Χ.

Ο κασσανδροσ επιθυμουσε μια οικογενειακη συνδεση με τους αργεαδεσ για να νομιμοποιησει τη διαδοχη του αλεξανδρου και η θεσσαλονικη ηταν ηταν στα χερια του

Αυτή η χρονολόγηση, ωστόσο, ίσως να μη συνάδει απόλυτα με άλλες καμπές της ζωής Θεσσαλονίκης. Ο Φίλιππος Β΄δολοφονήθηκε το 336 π.Χ. στο γάμο της μεγαλύτερης κόρης του, της Κλεοπάτρας, με το θείο της από την πλευρά της μητέρας της, τον Αλέξανδρο Α΄ της Ηπείρου (β. 343/2-331 π.Χ.). Ο γάμος είχε κανονιστεί από τον ίδιο το Φίλιππο – μια συνηθισμένη πρακτική στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, όπως και στις ανώτερες τάξεις πολλών άλλων λαών στην ιστορία, για τη διασφάλιση συνθηκών, την άμβλυνση της αντιπαλότητας, την καταβολή φόρων υποτελείας ή τη σύναψη συμμαχιών. Ωστόσο, την εποχή του θανάτου του, ο Φίλιππος δεν είχε φανερώσει κάποιο σχέδιο για το μελλοντικό γάμο της Θεσσαλονίκης, προφανώς επειδή ήταν ακόμα πολύ μικρή. Πιστεύεται πως ήταν παιδί όταν ο ετεροθαλής αδελφός της, ο Μέγας Αλέξανδρος, διαδέχθηκε τον πατέρα τους και ανέλαβε την ηγεσία της επικείμενης και σαρωτικής εκστρατείας εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας. Οι ιστορικοί έχουν διαπιστώσει ότι οι γυναίκες που ανήκαν στην αυλή της δυναστείας των Αργεαδών έρχονταν σε ηλικία γάμου στα μέσα της εφηβείας τους. Οι ετεροθαλείς αδελφές της Θεσσαλονίκης, η Κυνάνη και η Κλεοπάτρα, δόθηκαν στους άνδρες που είχε επιλέξει ο πατέρας τους όταν βρίσκονταν πια στα τέλη της εφηβείας τους. Επομένως, είναι απίθανο ο Φίλιππος Β΄, το 336 π.Χ., να μην είχε παρουσιάσει έναν εν δυνάμει γαμπρό για τη δεκαεπτάχρονη κόρη του.

Ένα δεύτερο γεγονός που αμφισβητεί το 353/2 π.Χ. ως έτος γέννησης της Θεσσαλονίκης είναι ο γάμος της, το 317 π.Χ. ή λίγο αργότερα, με τον Κάσσανδρο (περ. 355-297 π.Χ.), έναν από τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου και εμπλεκόμενος στους Πολέμους των Διαδόχων, τη διαμάχη για τη διαδοχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Κάσσανδρος κατοχύρωσε τις αξιώσεις του στο μακεδονικό θρόνο όταν αναδείχθηκε τελικά νικητής στο Β΄ Πόλεμο των Διαδόχων, καταλαμβάνοντας τη στρατηγικής σημασίας παραθαλάσσια πόλη της Πύδνας και θανατώνοντας τους κύριους διεκδικητές του στέμματος του Αλεξάνδρου, δηλαδή τη μητέρα του Ολυμπιάδα, τη σύζυγό του από την Περσία Ρωξάνη και το γιο τους Αλέξανδρο Δ΄. Όμως, όπως και οι υπόλοιποι Διάδοχοι, έτσι και ο Κάσσανδρος επιθυμούσε έναν συγγενικό δεσμό με τους Αργεάδες, ώστε να νομιμοποιήσει τη διαδοχή του Αλεξάνδρου. Η Θεσσαλονίκη, μια από τις επιζήσασες κόρες του Φιλίππου Β΄ ήταν στα χέρια του. Βρισκόταν στην Πύδνα μαζί με την Ολυμπιάδα, η οποία την είχε αναθρέψει καθώς η Νικησίπολη πέθανε μόλις είκοσι ημέρες μετά τη γέννα.

Cassander
Κάσσανδρος The Trustees of the British Museum (Copyright)

Πέρα από τη νομιμοποίηση της εξουσίας του, οι μελετητές πιστεύουν ότι ο Κάσσανδρος πρέπει να ήλπιζε στη θεμελίωση, μέσω της Θεσσαλονίκης, έναν νέο κλάδο της δυναστείας των Αργεαδών. Θα είχε προκαλέσει τουλάχιστον κάποια σχόλια από τους αρχαίους συγγραφείς, αν νυμφευόταν μια γυναίκα 36 ετών. Επιπλέον, μέσα στην ένταση των πολέμων των Διαδόχων, θα ήταν ακόμα πιο απίθανο η Ολυμπιάδα να είχε αφήσει άγαμη τη θετή της κόρη για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να επιχειρήσει να την αξιοποιήσει στη σύναψη μιας συμμαχίας με κάποιο βασιλιά ή στρατηγό που θα την ενίσχυε. Και πάλι, βασιζόμενοι στο όνομά της για να ορίσουμε ένα terminus post quem (ημερομηνία μετά την οποία), μια χρονολογία μετά την οποία οπωσδήποτε πρέπει να είχε γεννηθεί, οι μελετητές συμφωνούν πλέον ευρέως ότι η Θεσσαλονίκη ήρθε στον κόσμο πιθανώς γύρω στο 346/5 π.Χ., μετά την καθοριστική νίκη του πατέρα της, ο οποίος ξερίζωσε οριστικά τη φωκική ισχύ και έθεσε τέλος στο Γ΄ Ιερό πόλεμο. Με βάση αυτή τη χρονολόγηση, θα ήταν περίπου 9 ετών κατά τη δολοφονία του Φιλίππου και λίγο πριν τα τριάντα της όταν παντρεύτηκε τον Κάσσανδρο.

Γάμος και Πολιτική Επιρροή

Οι αρχαίοι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τους πολέμους των Διαδόχων, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Πλούταρχος, ο Πολύαινος και ο Ιουστίνος, επικεντρωμένοι αποκλειστικά στον πόλεμο και στην πολιτική, σπάνια αναφέρονται σε γυναίκες. Επομένως, είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πως μπορεί να ένιωθε η Θεσσαλονίκη για το γάμο της με τον Κάσσανδρο. Όπως είπαμε ήδη, οι προκαθορισμένοι γάμοι στη βασιλική οικογένεια των Αργεαδών δεν ήταν απρόσμενοι. Έχοντας γίνει μάρτυρας της εκτέλεσης της μητριάς της Ολυμπιάδας και της φυλάκισης της νύφης της Ρωξάνης και του επτάχρονου γιου της με εντολή του Κασσάνδρου (και οι δύο στάλθηκαν στην Αμφίπολη για να θανατωθούν κρυφά γύρω στο 310 π.Χ.), ίσως να μην είχε την πολυτέλεια να νιώσει δυστυχισμένη για την ευκαιρία που της δόθηκε να ζήσει και να παντρευτεί το νικητή, αν και αιμοσταγή, πρίγκιπα.

Παρ’ όλα αυτά, η σχέση του ζευγαριού δεν φαίνεται να ήταν κενή συναισθημάτων, έστω και εντός του πλαισίου των κοινών συμφερόντων. Απέκτησαν μαζί τουλάχιστον τρία παιδιά, που γεννήθηκαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Επιπλέον ο Κάσσανδρος έχτισε την πόλη της Θεσσαλονίκης περίπου την ίδια περίοδο, γύρω στο 315-310 π.Χ. Ορισμένες νεότερες πηγές επιχείρησαν να κάνουν πιο ρομαντική αυτή την πράξη και να την παρουσιάσουν σαν δώρο ενός στοργικού συζύγου. Πριν όμως από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, ο Κάσσανδρος είχε θεμελιώσει μια άλλη πόλη-λιμάνι, με εξίσου στρατηγική θέση, που της έδωσε το όνομά του – την Κασσάνδρεια στη χερσόνησο της Παλλήνης, μια μεγαλύτερη αναβίωση της αρχαίας κορινθιακής αποικίας της Ποτίδαιας (Διόδωρος Σικελιώτης 19.52.1-5). Σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν καμιά αμφιβολία ότι αυτές οι πόλεις, η μια ως εμπορικό και η άλλη ναυτικό κέντρο, αποτέλεσαν βασιλικές χειρονομίες από τον Κάσσανδρο, πριν μπορέσει να αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς της Μακεδονίας. Περίμενε από τους άλλους Διαδόχους να κάνουν το πρώτο βήμα, ίσως επειδή δίσταζε να ρισκάρει μια συμμαχία μαζί τους.

Gold Ivy Wreath from Nea Apollonia, Thessaloniki
Χρυσό Στεφάνι Κισσού από τη Νέα Απολλωνία, Θεσσαλονίκη Nathalie Choubineh (CC BY-NC-SA)

Ο Κάσσανδρος ξεκίνησε ως επίτροπος (του Αλεξάνδρου Δ΄) και κατέληξε βασιλιάς του αρχικού πυρήνα της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου που κάλυπτε τις σημερινές χώρες της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας. Αφού εξουδετέρωσε όλους τους (νόμιμους) αντιπάλους του – την Ολυμπιάδα και τον εγγονό της Αλέξανδρο Δ΄) και εξασφαλίζοντας δεσμούς αίματος με τους Αργεάδες, ανακήρυξε τον εαυτό του διάδοχο του θρόνου τους, δολοφονώντας τον Ηρακλή της Μακεδονίας, ο οποίος φερόταν πως ήταν νόθος, Πέρσης κατά το ήμισυ γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το 305 π.Χ. Ωστόσο υπήρχε ακόμα ένας αντίπαλος που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Ο Αντίγονος Α΄ ο Μονόφθαλμος (382-301 π.Χ.), βετεράνος διοικητής του Φιλίππου Β΄ και του Αλεξάνδρου Γ΄, δεν ήταν ικανοποιημένος με το μερίδιο από τις χώρες που είχε κατακτήσει ο Αλέξανδρος και τώρα πολεμούσε τους άλλους διαδόχους για να κερδίσει περισσότερα, όχι και το σύνολο της αυτοκρατορίας, μαζί με το γιο του Δημήτριο Α΄ τον Πολιορκητή (337-283 π.Χ.). Ο κύριος υποστηρικτής του ήταν ο Αντίπατρος που κυβερνούσε τη Μακεδονία όταν ο Φίλιππος και αργότερα ο Αλέξανδρος απουσίαζαν στις εκστρατείες τους.

Για να νικήσει αυτούς τους αδυσώπητους αντιπάλους, ο Κάσσανδρος έπεισε τους άλλους Διαδόχους, τον Σέλευκο Α΄ Νικάτορα, τον Πτολεμαίο Α΄ και το Λυσίμαχο, οι οποίοι πια φαίνονταν ικανοποιημένοι από το μερίδιό τους από την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου, να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τις δικές του. Μαζί νίκησαν τον Αντίγονο και το γιο του στη Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο Αντίγονος έπεσε στο πεδίο της μάχης και ο Δημήτριος αποσύρθηκε στην Έφεσο. Ο Κάσσανδρος ωστόσο δεν είχε πολλά χρόνια για να απολαύσει τα επιτεύγματά του. Πέθανε από υδρωπικία το 297 π.Χ.

Map of the Hellenistic Kingdoms after Alexander, c.301 BCE
Ελληνιστικά Βασίλεια των Διαδόχων περ. 301 π.Χ. Simeon Netchev (CC BY-NC-ND)

Παρότι δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τη συμβολή της Θεσσαλονίκης στη βασιλεία του Κασσάνδρου, είναι πολύ πιθανό ότι ασκούσε σημαντική εξουσία στην αυλή του. Αυτό προκύπτει από τις πολλές και μακρές περιόδους αντιβασιλείας ως βασιλομήτωρ. Ενδεχομένως απαιτήθηκε να διαχειριστεί κρατικές υποθέσεις εκ μέρους του πρωτότοκου γιου της, Φιλίππου Δ΄, ο οποίος έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του Κασσάνδρου, αλλά ήταν φιλάσθενος και δεν έμεινε στο θρόνο για περισσότερους από τέσσερεις μήνες. Όπως επισημαίνει η ιστορικός Elizabeth D. Carney, οι πριγκίπισσες της Μακεδονίας ήταν πιθανό να λάμβαναν υψηλού επιπέδου πολιτική παιδεία και εμπειρία, και όχι μόνο επειδή συχνά έπρεπε να αναλάβουν καθήκοντα αντιβασιλείας για λογαριασμό ανηλίκων κληρονόμων του θρόνου, των συζύγων, των γιων, ακόμα και των εγγονών τους, όταν οι βασιλιάδες έλειπαν σε εκστρατείες ή πέθαιναν. Επομένως, αν και οι βασίλισσες των Μακεδόνων δεν μπορούσαν να γίνουν ποτέ ανεξάρτητος μονάρχης, πολλές από αυτές αποδείχθηκαν πολιτικά δραστήριες και με επιρροή, ήδη από την εποχή της μητέρας του Φιλίππου Β΄, της Ευρυδίκης της Μακεδονίας (συμβασιλεία 393-369 π.Χ.).

Θάνατος

ο αντιπατροσ δολοφονησε τη μητερα του θεσσαλονικη το 295 π.Χ.

Οι γιοι της Θεσσαλονίκης, όπως και η μητέρα τους, γεννήθηκαν σε άγνωστες χρονολογίες, αν και είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι ο Φίλιππος Δ΄ πέθανε, όπως και ο πατέρας του το 297/8 π.Χ. Ίσως να συμπλήρωνε τα εφηβικά του χρόνια, αν υποθέσουμε ότι οι γονείς του παντρεύτηκαν αμέσως μετά την πολιορκία της Πύδνας το 317 π.Χ. Οι δύο νεότεροι αδελφοί του, ο Αντίπατρος Α΄ και ο Αλέξανδρος Ε΄, πρέπει επίσης να ήταν στην εφηβεία και οι μελετητές έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η ελάχιστη διαφορά ηλικίας τους (ενδέχεται μάλιστα να ήταν δίδυμοι) έπαιξε ρόλο στην ανοιχτή και κλιμακούμενη σύγκρουσή τους για τη διαδοχή. Είναι γνωστό ότι ο Αντίπατρος Α΄ ανέλαβε το θρόνο ως πρεσβύτερος από τους δύο και αρχικά δεν έφερε καμία αντίρρηση να μοιραστεί την εξουσία με τον αδελφό του, ο οποίος θεωρείται από ορισμένους ιστορικούς το αγαπημένο παιδί της Θεσσαλονίκης. Σε κάθε περίπτωση, η επιρροή και οι διοικητικές ικανότητες της Θεσσαλονίκης, για να μην αναφέρουμε τη μητρική εποπτεία επί των γιων της, επέβαλαν δυσβάσταχτους περιορισμούς στην ελεύθερη βούληση και δράση του νεαρού βασιλιά, και ως εκ τούτου ο Αντίπατρος σύντομα διέταξε τη δολοφονία της μητέρας του το 295 π.Χ.

Οι δύο αδελφοί έζησαν άλλον ένα χρόνο, προσπαθώντας να εκτοπίσουν ένας τον άλλο από την εξουσία. Ο Αλέξανδρος Ε΄, υπό καθεστώς φόβου μετά τη δολοφονία της μητέρας του, στράφηκε για βοήθεια στο Δημήτριο Α΄ τον Πολιορκητή και το στενό σύμμαχό του Πύρρο. Ο Πλούταρχος στο Βίο του Δημητρίου (36-37) μας λέει ότι ο Πύρρος ανταποκρίθηκε αμέσως και κατάφερε να διευθετήσει τα προβλήματα μεταξύ των δύο συμβασιλέων αδελφών, γεγονός που έκανε το Δημήτριο, ο οποίος έφτασε προφανώς αργότερα και με τις δικές του προσωπικές επιδιώξεις, ανεπιθύμητο. Όταν ο Αλέξανδρος Ε΄ προσπάθησε να τον απομακρύνει όσο το δυνατόν πιο ειρηνικά, ο Δημήτριος τον δολοφόνησε σε ένα σκηνοθετημένο αποχαιρετιστήριο συμπόσιο και στη συνέχεια προχώρησε στην ανατροπή του Αντίπατρου Α΄, ο οποίος ήταν ήδη μισητός στη Μακεδονία για τη μητροκτονία. Ο Αντίπατρος τότε κατέφυγε στον πεθερό του Λυσίμαχο, έναν από τους Διαδόχους που κυβερνούσε τη Θράκη και τη Μικρά Ασία, μόνο και μόνο για να τον σκοτώσει εκείνος. Μετά το θάνατό των τελευταίων απογόνων του Φιλίππου Β΄ το 294 π.Χ., η δυναστεία των Αργεαδών εξαλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από το Δημήτριο Α΄ και τους Αντιγονίδες, οι οποίοι κυβέρνησαν τη Μακεδονία μέχρι την ήττα τους από τους Ρωμαίους το 168 π.Χ.

Macedonian Burial Casket Decorations from Pydna
Διακοσμητικά Μακεδονικής Λάρνακας από την Πύδνα Nathalie Choubineh (CC BY-NC-SA)

Κληρονομιά

Παρόλο που δεν χωρά αμφιβολία πως ολόκληρος ο οίκος των Αργεαδών, αν όχι ολόκληρη η ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας και του ελληνιστικού κόσμου, διατήρησε τη μνήμη του στους αιώνες σχεδόν αποκλειστικά χάρη στη δόξα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας ήταν μια από εκείνες τις δευτερεύουσες μορφές γύρω του που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν λίγη λάμψη για τον εαυτό τους. Η ομώνυμη πόλη, η Θεσσαλονίκη, που αρχικά χτίστηκε για να αντικαταστήσει την Πέλλα, ως το κύριο λιμάνι της Μακεδονίας, άκμασε και ευημέρησε στους επόμενους αιώνες της ρωμαϊκής, της βυζαντινής, της σλαβικής και της οθωμανικής κυριαρχίας. Μέχρι σήμερα αποτελεί σημαντικό κόμβο πολιτισμού και εμπορίου.

Η Θεσσαλονίκη συνέχισε να ζει και μέσα στη λαϊκή παράδοση, μέσα από τους θρύλους που φτιάχτηκαν γύρω από τον ένδοξο ετεροθαλή αδελφό της. Στο μεταβυζαντινό ιπποτικό μυθιστόρημα «η Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου» παρουσιάζεται σαν μια όμορφη γοργόνα, μεταμορφωμένη μετά την αυτοκτονία της στη θάλασσα από τη βαθιά λύπη της για τον Αλέξανδρο. Απαιτούσε από κάθε ταξιδιώτη στη θάλασσα που συναντούσε να δείχνει αγάπη και σεβασμό προς εκείνον. Τους ρωτούσε «Ζει ο βασιλιάς Αλέναδρος;» και η αμετάβλητη, σωστή απάντηση έπρεπε να είναι «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει», ώστε να καταφέρει να περάσει με ασφάλεια. Οποιαδήποτε άλλη απάντηση την εξοργίζει και τη μεταμορφώνει σε μανιασμένο τέρας που δεν διστάζει να καταστρέψει το πλοίο και όσους βρίσκονται πάνω του.

Βιβλιογραφία

  • Carney, Elizabeth D. "The Sisters of Alexander the Great: Royal Relicts." Historia: Zeitschrift Für Alte Geschichte, vol 37, no. 4, 1988, pp. 385–404.
  • Greenwalt, William S. "The Marriageability Age at the Argead Court: 360-317 B.C." The Classical World, vol 82, no. 2, 1988, pp. 93–97.
  • Macurdy, Grace H. "Queen Eurydice and the Evidence for Woman Power in Early Macedonia." The American Journal of Philology, vol 48, no. 3, 1927, pp. 201–214.
  • Russell, Eugenia. Literature and Culture in Late Byzantine Thessalonica. Bloomsbury Academic, 2014.
Η World History Encyclopedia είναι συνεργάτης της Amazon και κερδίζει προμήθεια από τις αγορές βιβλίων που πληρούν τις προϋποθέσεις.

σχετικά με το μεταφραστή

Constantinos Chaviaras
Σπουδάζω στο ΕΑΠ περί Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τυχερός που έπιασα φιλίες με την ιστορία και ακόμα δεν έχει βαρεθεί τις ερωτήσεις μου

σχετικά με το συγγραφέα

Nathalie Choubineh
Η Nathalies είναι μεταφράστρια και ανεξάρτητη ερευνήτρια του χορού στην αρχαιότητα, με έμφαση στην Αρχαία Ελλάδα και στην Εγγύς Ανατολη. Έχει δημοσιεύσει εργασίες για τον αρχαίο χορό, την εθνομουσικολογία και τη λογοτεχνία. Αγαπά να μαθαίνει και να μοιράζεται γνώση.

Αναφορά σε αυτό το έργο

Στυλ APA

Choubineh, N. (2025, November 24). Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας. (C. Chaviaras, Μεταφραστής). World History Encyclopedia. https://www.worldhistory.org/trans/el/1-23603/u/

Στυλ Σικάγο

Choubineh, Nathalie. "Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας." Μεταφράστηκε από Constantinos Chaviaras. World History Encyclopedia, November 24, 2025. https://www.worldhistory.org/trans/el/1-23603/u/.

Στυλ MLA

Choubineh, Nathalie. "Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας." Μεταφράστηκε από Constantinos Chaviaras. World History Encyclopedia, 24 Nov 2025, https://www.worldhistory.org/trans/el/1-23603/u/.

αφαίρεση διαφημίσεων