Ο Αριστείδης (δεκαετία του π.Χ. – περ. 467 π.Χ.) ήταν Αθηναίος πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής, που απέκτησε το τιμητικό προσωνύμιο «ο Δίκαιος», λόγω της συνεπούς και ανιδιοτελούς συμπεριφοράς του στις δημόσιες θέσεις. Παρότι εξοστρακίστηκε από την Εκκλησία του Δήμου, επέστρεψε για να διοικήσει στρατεύματα με μεγάλη επιτυχία στις μάχες της Σαλαμίνας και των Πλαταιών κατά τη διάρκεια των Περσικών πολέμων στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Αποτελεί πρωταγωνιστή ενός από τους «Βίους» του Πλούταρχου.
Πρώιμος Βίος και Σταδιοδρομία
Ο Αριστείδης γεννήθηκε μέσα στη δεκαετία του 520 π.Χ. στον αθηναϊκό δήμο της Αλωπεκής. Ο πατέρας του ήταν ο Λυσίμαχος, ως εκ τούτου τοποθετείται στο πλαίσιο της αθηναϊκής αριστοκρατίας, παρότι οι αρχαίες πηγές μάλλον υπερβάλλουν σχετικά με την αρχική του φτώχεια. Ήταν αρκετά εύπορος ώστε να αναλαμβάνει τη χορηγία θεατρικών έργων στους διαγωνισμούς, σε μερικούς από τους οποίους τα έργα του θριάμβευσαν. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πάντοτε απέφευγε τις ευκαιρίες που θα απέφεραν οικονομικό όφελος. Ως ξάδελφος του πλούσιου Καλλία και καλός φίλος του Κλεισθένη, που είχε μεγάλη επιρροή, διέθετε ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις. Για την πρώιμη σταδιοδρομία του γνωρίζουμε ότι ο Αριστείδης ήταν πιθανώς στρατηγός στη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. (το αναφέρει ο Πλούταρχος, αλλά όχι ο Ηρόδοτος) και ότι το 489 π.Χ. έγινε άρχων (το υψηλότερο πολιτικό αξίωμα στην Αθήνα).
Αριστείδης ο Δίκαιος
Οι αρχαίοι συγγραφείς του έδωσαν το προσωνύμιο «Αριστείδης ο Δίκαιος» και παρουσίσαν ως έντιμο πολιτικό και άνθρωπο με αρχές, μια εικόνα που έρχεται σε αντίθεση με τη φήμη του σύγχρονού του και μεγαλύτερου πολιτικού του αντιπάλου, του Θεμιστοκλή. Ο Ηρόδοτος τον περιγράφει ως εξής: «Εγώ, από όσα έμαθα για αυτόν, έχω πειστεί πως ήταν ο καλύτερος και ο πιο δίκαιος από όλους τους Αθηναίους» («Ἐγὼ δὲ ἐκ τῶν περὶ αὐτοῦ ἱστορημάτων ἔγνωκα ὡς ἀνὴρ ἦν ἄριστος τε καὶ δικαιότατος Ἀθηναίων πάντων», Ηρόδ. 8, 79.1). Ο Πλούταρχος αναφέρει διάφορα επεισόδια, που κατά την κρίση του, δείχνουν το ήθος του Αριστείδη. Απέσυρε δικές του προτάσεις στην Εκκλησία του Δήμου αν πείθονταν από τα επιχειρήματα των αντιπάλων του, κάποτε παραιτήθηκε από το δικαίωμα της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης επειδή θεωρούσε το Μιλτιάδη ικανότερο στρατηγό, φύλαξε ευσυνείδητα τα λάφυρα του Μαραθώνα, παρείχε δίκαιη ακρόαση σε κάποιον που του είχε κάνει προσωπικό κακό και αποκάλυψε υποθέσεις πολιτικής διαφθοράς.
Εξοστρακισμός
Παρ’ όλα αυτά, η καλή του φήμη δεν τον έσωσε από τον εξοστρακισμό (εξορία) το 482 π.Χ., κατόπιν κατηγοριών για υπερβολική συμπάθεια προς τους Πέρσες και λόγω των πανούργων πολιτικών μηχανορραφιών του Θεμιστοκλή. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ένας μέλος της συνέλευσης ψήφισε εναντίον του Αριστείδη απλώς επειδή είχε βαρεθεί να τον αποκαλούν «Δίκαιο». Μάλιστα, η ιστορία αυτή αποτελεί άλλο ένα δείγμα της δίκαιης φύσης του, καθώς όταν ένας αγράμματος ψηφοφόρος, που δεν είχε καταλάβει με ποιον μιλούσε, του ζήτησε να χαράξει το όνομα του Αριστείδη πάνω σε ένα όστρακο, ώστε να ρίξει την ψήφο του, ο Αριστείδης, αντί να τον αγνοήσει ή να αποκαλύψει την ταυτότητά του, έκανε αυτό που του ζητήθηκε και έγραψε το όνομά του στο θραύσμα κεραμικού που συνέβαλλε στην εξορία του. Ένα τέτοιο όστρακο εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο της Αγοράς στην Αθήνα (είναι άραγε υπερβολικό να ελπίζει κανείς ότι είναι το συγκεκριμένο που έγραψε ο Αριστείδης;). Η εξορία του Αριστείδη δεν κράτησε πολύ, μια και, πέραν των συνηθισμένων, του δόθηκε χάρη και επετράπη να γυρίσει στην πόλη το 480 π.Χ. για να αντιμετωπίσουν τη νέα απειλή της εισβολής από το βασιλιά της Περσίας Ξέρξη.
Στρατιωτική Διοίκηση
Το 480 π.Χ. ο Αριστείδης διοίκησε επιτυχημένα μια δύναμη οπλιτών σε μια επίθεση στο νησί της Ψυττάλειας στο τελικό στάδιο της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Εμφανίστηκε επίσης πριν τη μάχη, όταν οι Έλληνες δίσταζαν για το κατά πόσο έπρεπε να επιτεθούν στον περσικό στόλο. Μόλις ο Αριστείδης ενημέρωσε το γενικό αρχηγό Θεμιστοκλή ότι οι Έλληνες είχαν ήδη περικυκλωθεί στα στενά, δόθηκε το σύνθημα της ναυμαχίας. Ο Αριστείδης διοίκησε ξανά, αυτή τη φορά τους 8.000 Αθηναίους, στη μάχη των Πλαταιών στη Βοιωτία το 479 π.Χ. Όταν οι Τεγεάτες διαμαρτυρήθηκαν για τη διάταξη της μάχης, ζητώντας πιο τιμητική θέση, ο Αριστείδης τους είπε:
Δεν ήρθαμε εδώ για να μαλώσουμε με τους συμμάχους μας, αλλά για να πολεμήσουμε τους εχθρούς μας. Όχι για να καυχηθούμε για τους προγόνους μας, αλλά για να δείξουμε την ανδρεία μας στην υπεράσπιση της Ελλάδας. Αυτή η μάχη θα αποδείξει πόσο αξίζει για την Ελλάδα κάθε πόλη, κάθε στρατηγός ή κάθε στρατιώτης.
Τελικά, η συμμαχική ελληνική δύναμη νίκησε τους Πέρσες και τερμάτισε οριστικά τις εδαφικές φιλοδοξίες του Ξέρξη στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αριστείδης πρότεινε τη συγκρότηση ενός κοινού ελληνικού στρατού, ιππικού και οπλιτών, αλλά οι Αθηναίοι αρνήθηκαν, πιθανώς γιατί η δημοκρατία δεν ήθελε να ενισχύσει ένα ιππικό στο οποία κυριαρχούσαν οι αριστοκράτες. Μια άλλη πρόταση του Αριστείδη που υιοθετήθηκε ήταν η τέλεση αναμνηστικών αγώνων κάθε τέσσερα χρόνια στις Πλαταιές, με τη συμμετοχή αθλητών από όλη την Ελλάδα.
Ο Αριστείδης ανέλαβε και πάλι επίσημα καθήκοντα όταν επιλέχθηκε ως απεσταλμένος της Αθήνας στη Σπάρτη, λίγο μετά τη μάχη, ώστε να πείσει τους Σπαρτιάτες για τις καλές προθέσεις των Αθηνών σχετικά με την ανακατασκευή των οχυρώσεών της. Η τελευταία αναφορά στον Αριστείδη γίνεται όταν σχηματίστηκε η Δηλιακή Συμμαχία, μια συμμαχία για την προστασία των ελληνικών πόλεων από μελλοντική επίθεση, το 478 π.Χ. Στον Αριστείδη ανατέθηκε ο προσδιορισμός της εισφοράς που θα έπρεπε να καταβάλλει η κάθε πόλη στην Αθήνα και επέβλεπε την τήρηση των όρκων της συμμαχίας. Αναμφίβολα επιλέχθηκε, εν μέρει τουλάχιστον, λόγω της φήμης του ως αμερόληπτου ηγέτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αριστείδης τάφηκε στο κτήμα του στο Φάληρο, λίγο έξω από την Αθήνα.
